Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
φαρδαίνω means to widen or become wider, especially of clothing, a road or another physical width.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φαρδαίνω |
| εσύ — you | φαρδαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φαρδαίνει |
| εμείς — we | φαρδαίνουμε, φαρδαίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | φαρδαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φαρδαίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φάρδαινα |
| εσύ — you | φάρδαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φάρδαινε |
| εμείς — we | φαρδαίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | φαρδαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φάρδαιναν, φαρδαίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φάρδυνα |
| εσύ — you | φάρδυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φάρδυνε |
| εμείς — we | φαρδύναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | φαρδύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φάρδυναν, φαρδύναν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω φαρδύνει |
| εσύ — you | έχεις φαρδύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει φαρδύνει |
| εμείς — we | έχουμε φαρδύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε φαρδύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν φαρδύνει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα φαρδύνει |
| εσύ — you | είχες φαρδύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε φαρδύνει |
| εμείς — we | είχαμε φαρδύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε φαρδύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν φαρδύνει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα φαρδαίνω |
| εσύ — you | θα φαρδαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα φαρδαίνει |
| εμείς — we | θα φαρδαίνουμε, θα φαρδαίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα φαρδαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα φαρδαίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα φαρδύνω |
| εσύ — you | θα φαρδύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα φαρδύνει |
| εμείς — we | θα φαρδύνουμε, θα φαρδύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα φαρδύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα φαρδύνουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω φαρδύνει |
| εσύ — you | θα έχεις φαρδύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει φαρδύνει |
| εμείς — we | θα έχουμε φαρδύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε φαρδύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν φαρδύνει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να φαρδαίνω |
| εσύ — you | να φαρδαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να φαρδαίνει |
| εμείς — we | να φαρδαίνουμε, να φαρδαίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να φαρδαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να φαρδαίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να φαρδύνω |
| εσύ — you | να φαρδύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να φαρδύνει |
| εμείς — we | να φαρδύνουμε, να φαρδύνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να φαρδύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να φαρδύνουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω φαρδύνει |
| εσύ — you | να έχεις φαρδύνει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει φαρδύνει |
| εμείς — we | να έχουμε φαρδύνει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε φαρδύνει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν φαρδύνει |
Imperative · Προστακτική
Continuous commands are φάρδαινε / φαρδαίνετε.
Simple: φάρδυνε (εσύ); φαρδύνετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Distinguish present-stem φαρδαίνω / φάρδαινα from perfective φαρδύνω / φάρδυνα / έχω φαρδύνει.
- The active form can be transitive or intransitive: φαρδαίνω το παντελόνι, widen the trousers; ο δρόμος φαρδαίνει, the road widens.
Ο δρόμος φαρδαίνει μετά τη στροφή.
The road widens after the bend.
Φάρδυνε λίγο το παντελόνι.
Make the trousers a little wider.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φαρδαίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fardaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/fardaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.