Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
φαντάζομαι means to imagine or suppose. It has middle endings and an active meaning.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φαντάζομαι |
| εσύ — you | φαντάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φαντάζεται |
| εμείς — we | φανταζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | φαντάζεστε, φανταζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φαντάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φανταζόμουν(α) |
| εσύ — you | φανταζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φανταζόταν(ε) |
| εμείς — we | φανταζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | φανταζόσαστε, φανταζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φαντάζονταν, φανταζόντανε, φανταζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | φαντάστηκα |
| εσύ — you | φαντάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | φαντάστηκε |
| εμείς — we | φανταστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | φανταστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | φαντάστηκαν, φανταστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω φανταστεί |
| εσύ — you | έχεις φανταστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει φανταστεί |
| εμείς — we | έχουμε φανταστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε φανταστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν φανταστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα φανταστεί |
| εσύ — you | είχες φανταστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε φανταστεί |
| εμείς — we | είχαμε φανταστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε φανταστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν φανταστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα φαντάζομαι |
| εσύ — you | θα φαντάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα φαντάζεται |
| εμείς — we | θα φανταζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα φαντάζεστε, θα φανταζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα φαντάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα φανταστώ |
| εσύ — you | θα φανταστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα φανταστεί |
| εμείς — we | θα φανταστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα φανταστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα φανταστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω φανταστεί |
| εσύ — you | θα έχεις φανταστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει φανταστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε φανταστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε φανταστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν φανταστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να φαντάζομαι |
| εσύ — you | να φαντάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να φαντάζεται |
| εμείς — we | να φανταζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να φαντάζεστε, να φανταζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να φαντάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να φανταστώ |
| εσύ — you | να φανταστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να φανταστεί |
| εμείς — we | να φανταστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να φανταστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να φανταστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω φανταστεί |
| εσύ — you | να έχεις φανταστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει φανταστεί |
| εμείς — we | να έχουμε φανταστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε φανταστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν φανταστεί |
Imperative · Προστακτική
For continuing or repeated imagining, να φαντάζεσαι / να φαντάζεστε can be used.
Simple: φαντάσου (εσύ); φανταστείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The perfect is έχω φανταστεί. It means I have imagined, not I have been imagined.
- φαντασμένος, -η, -ο commonly means conceited or full of oneself. είμαι φαντασμένος is not an alternative perfect meaning “I have imagined”.
- φανταζόμενος, -η, -ο describes someone imagining.
Φαντάσου ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα.
Imagine a house by the sea.
Δεν είχα φανταστεί τέτοια εξέλιξη.
I had not imagined such a development.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — φαντάζομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/fantazomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/fantazomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.