Everyday Greek · Core 100
χρειάζομαι: core forms & usage
to need
The -ομαι ending does not indicate a passive meaning here. The aorist is χρειάστηκα and the simple future is θα χρειαστώ.
Χρειάζομαι λίγη βοήθεια με αυτή την άσκηση.
I need a little help with this exercise.
Coverage: this middle/passive-form verb; these endings do not necessarily express a passive meaning. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | χρειάζομαι |
| you (singular) | χρειάζεσαι |
| he / she / it | χρειάζεται |
| we | χρειαζόμαστε |
| you (plural or polite) | χρειάζεστε, χρειαζόσαστε |
| they | χρειάζονται |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | χρειαζόμουν, χρειαζόμουνα |
| you (singular) | χρειαζόσουν, χρειαζόσουνα |
| he / she / it | χρειαζόταν, χρειαζότανε |
| we | χρειαζόμασταν |
| you (plural or polite) | χρειαζόσασταν |
| they | χρειάζονταν, χρειαζόντανε, χρειαζόντουσαν |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | χρειάστηκα |
| you (singular) | χρειάστηκες |
| he / she / it | χρειάστηκε |
| we | χρειαστήκαμε |
| you (plural or polite) | χρειαστήκατε |
| they | χρειάστηκαν, χρειαστήκαν, χρειαστήκανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα χρειαστώ |
| you (singular) | θα χρειαστείς |
| he / she / it | θα χρειαστεί |
| we | θα χρειαστούμε |
| you (plural or polite) | θα χρειαστείτε |
| they | θα χρειαστούν, θα χρειαστούνε |
See this verb in use
Χρειάζομαι λίγο χρόνο.
I need a little time.
Χρειάζομαι has middle/passive endings but means need. The person needing something is the subject: χρειαζόμαστε βοήθεια means “we need help”.
χρειάζομαι — to need.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χρειάζομαι |
| εσύ — you | χρειάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χρειάζεται |
| εμείς — we | χρειαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χρειάζεστε, χρειαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χρειάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χρειαζόμουν(α) |
| εσύ — you | χρειαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χρειαζόταν(ε) |
| εμείς — we | χρειαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χρειαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χρειάζονταν, χρειαζόντανε, χρειαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χρειάστηκα |
| εσύ — you | χρειάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χρειάστηκε |
| εμείς — we | χρειαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χρειαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χρειάστηκαν, χρειαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω χρειαστεί |
| εσύ — you | έχεις χρειαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χρειαστεί |
| εμείς — we | έχουμε χρειαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χρειαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χρειαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα χρειαστεί |
| εσύ — you | είχες χρειαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χρειαστεί |
| εμείς — we | είχαμε χρειαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χρειαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χρειαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χρειάζομαι |
| εσύ — you | θα χρειάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χρειάζεται |
| εμείς — we | θα χρειαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χρειάζεστε, θα χρειαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χρειάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χρειαστώ |
| εσύ — you | θα χρειαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χρειαστεί |
| εμείς — we | θα χρειαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χρειαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χρειαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χρειαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις χρειαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χρειαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χρειαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χρειαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χρειαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χρειάζομαι |
| εσύ — you | να χρειάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χρειάζεται |
| εμείς — we | να χρειαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χρειάζεστε, να χρειαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χρειάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χρειαστώ |
| εσύ — you | να χρειαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χρειαστεί |
| εμείς — we | να χρειαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χρειαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χρειαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω χρειαστεί |
| εσύ — you | να έχεις χρειαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χρειαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε χρειαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χρειαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χρειαστεί |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- A middle-form verb with active meaning. χρειάζομαι κάτι means needing something; impersonal χρειάζεται να means it is necessary to do something. χρειάζονται agrees with a plural subject. Ordinary instructions do not use an imperative of χρειάζομαι.
Χρειάζομαι λίγο χρόνο.
I need a little time.
Χρειάζεται να φύγουμε τώρα.
We need to leave now.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χρειάζομαι.
https://moderngreekverbs.com/xreiazomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.