Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χορταίνω — to have enough to eat; satisfy.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χορταίνω |
| εσύ — you | χορταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χορταίνει |
| εμείς — we | χορταίνουμε, χορταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | χορταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χορταίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χόρταινα |
| εσύ — you | χόρταινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χόρταινε |
| εμείς — we | χορταίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χορταίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χόρταιναν, χορταίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | χόρτασα |
| εσύ — you | χόρτασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χόρτασε |
| εμείς — we | χορτάσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χορτάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χόρτασαν, χορτάσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω χορτάσει |
| εσύ — you | έχεις χορτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χορτάσει |
| εμείς — we | έχουμε χορτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χορτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χορτάσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα χορτάσει |
| εσύ — you | είχες χορτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χορτάσει |
| εμείς — we | είχαμε χορτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χορτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χορτάσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χορταίνω |
| εσύ — you | θα χορταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χορταίνει |
| εμείς — we | θα χορταίνουμε, θα χορταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χορταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χορταίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα χορτάσω |
| εσύ — you | θα χορτάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χορτάσει |
| εμείς — we | θα χορτάσουμε, θα χορτάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χορτάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χορτάσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χορτάσει |
| εσύ — you | θα έχεις χορτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χορτάσει |
| εμείς — we | θα έχουμε χορτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χορτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χορτάσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χορταίνω |
| εσύ — you | να χορταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χορταίνει |
| εμείς — we | να χορταίνουμε, να χορταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χορταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χορταίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να χορτάσω |
| εσύ — you | να χορτάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χορτάσει |
| εμείς — we | να χορτάσουμε, να χορτάσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χορτάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χορτάσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω χορτάσει |
| εσύ — you | να έχεις χορτάσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χορτάσει |
| εμείς — we | να έχουμε χορτάσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χορτάσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χορτάσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χόρταινε (εσύ), χορταίνετε (εσείς).
Simple: χόρτασε (εσύ); χορτάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Being full here means having eaten enough, not a container being filled. The active can also mean satisfying someone’s appetite. χορτάτος, -η, -ο and χορτασμένος, -η, -ο describe satiety. Figurative δεν χορταίνω can mean not getting enough of something enjoyable.
Έφαγα αρκετά και χόρτασα.
I ate enough and felt full.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χορταίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xortaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xortaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.