σωπαίνω (sopaino) — to be silent

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σωπαίνω — to be silent; fall silent or stop speaking.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σωπαίνω
εσύ — you σωπαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σωπαίνει
εμείς — we σωπαίνουμε, σωπαίνομε
εσείς — you (plural / polite) σωπαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σωπαίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σώπαινα
εσύ — you σώπαινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σώπαινε
εμείς — we σωπαίναμε
εσείς — you (plural / polite) σωπαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σώπαιναν, σωπαίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I σώπασα
εσύ — you σώπασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σώπασε
εμείς — we σωπάσαμε
εσείς — you (plural / polite) σωπάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σώπασαν, σωπάσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω σωπάσει
εσύ — you έχεις σωπάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σωπάσει
εμείς — we έχουμε σωπάσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε σωπάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σωπάσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα σωπάσει
εσύ — you είχες σωπάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σωπάσει
εμείς — we είχαμε σωπάσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε σωπάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σωπάσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σωπαίνω
εσύ — you θα σωπαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σωπαίνει
εμείς — we θα σωπαίνουμε, θα σωπαίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα σωπαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σωπαίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα σωπάσω
εσύ — you θα σωπάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σωπάσει
εμείς — we θα σωπάσουμε, θα σωπάσομε
εσείς — you (plural / polite) θα σωπάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σωπάσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω σωπάσει
εσύ — you θα έχεις σωπάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σωπάσει
εμείς — we θα έχουμε σωπάσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σωπάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σωπάσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σωπαίνω
εσύ — you να σωπαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σωπαίνει
εμείς — we να σωπαίνουμε, να σωπαίνομε
εσείς — you (plural / polite) να σωπαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σωπαίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να σωπάσω
εσύ — you να σωπάσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σωπάσει
εμείς — we να σωπάσουμε, να σωπάσομε
εσείς — you (plural / polite) να σωπάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σωπάσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω σωπάσει
εσύ — you να έχεις σωπάσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σωπάσει
εμείς — we να έχουμε σωπάσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σωπάσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σωπάσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: σώπαινε (εσύ), σωπαίνετε (εσείς). A direct command to be quiet can sound abrupt.

Simple: σώπασε, σώπα (εσύ); σωπάστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present-stem forms describe continuing silence; σώπασα describes falling silent or stopping speaking.
  • The everyday short command σώπα is also used. A polite request can be phrased with παρακαλώ.

Μόλις μπήκε ο δάσκαλος, όλοι σώπασαν.

As soon as the teacher entered, everyone fell silent.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σωπαίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sopaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /sopaino/