σώζω (sozo) — to save

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

σώζω — to save; rescue; preserve.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I σώζω σώζομαι
εσύ — you σώζεις σώζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it σώζει σώζεται
εμείς — we σώζουμε, σώζομε σωζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) σώζετε σώζεστε, σωζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they σώζουν(ε) σώζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσωζα σωζόμουν(α)
εσύ — you έσωζες σωζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσωζε σωζόταν(ε)
εμείς — we σώζαμε σωζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) σώζατε σωζόσαστε, σωζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσωζαν, σώζαν(ε) σώζονταν, σωζόντανε, σωζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έσωσα σώθηκα
εσύ — you έσωσες σώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έσωσε σώθηκε
εμείς — we σώσαμε σωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) σώσατε σωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έσωσαν, σώσαν(ε) σώθηκαν, σωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω σώσει έχω σωθεί
εσύ — you έχεις σώσει έχεις σωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει σώσει έχει σωθεί
εμείς — we έχουμε σώσει έχουμε σωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε σώσει έχετε σωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν σώσει έχουν σωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα σώσει είχα σωθεί
εσύ — you είχες σώσει είχες σωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε σώσει είχε σωθεί
εμείς — we είχαμε σώσει είχαμε σωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε σώσει είχατε σωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν σώσει είχαν σωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σώζω θα σώζομαι
εσύ — you θα σώζεις θα σώζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σώζει θα σώζεται
εμείς — we θα σώζουμε, θα σώζομε θα σωζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα σώζετε θα σώζεστε, θα σωζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σώζουν(ε) θα σώζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα σώσω θα σωθώ
εσύ — you θα σώσεις θα σωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα σώσει θα σωθεί
εμείς — we θα σώσουμε, θα σώσομε θα σωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα σώσετε θα σωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα σώσουν θα σωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω σώσει θα έχω σωθεί
εσύ — you θα έχεις σώσει θα έχεις σωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει σώσει θα έχει σωθεί
εμείς — we θα έχουμε σώσει θα έχουμε σωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε σώσει θα έχετε σωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν σώσει θα έχουν σωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σώζω να σώζομαι
εσύ — you να σώζεις να σώζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σώζει να σώζεται
εμείς — we να σώζουμε, να σώζομε να σωζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να σώζετε να σώζεστε, να σωζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σώζουν(ε) να σώζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να σώσω να σωθώ
εσύ — you να σώσεις να σωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να σώσει να σωθεί
εμείς — we να σώσουμε, να σώσομε να σωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να σώσετε να σωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να σώσουν(ε) να σωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω σώσει να έχω σωθεί
εσύ — you να έχεις σώσει να έχεις σωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει σώσει να έχει σωθεί
εμείς — we να έχουμε σώσει να έχουμε σωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε σώσει να έχετε σωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν σώσει να έχουν σωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous σώζε σώζετε — σώζεστε
Simple σώσε σώστε σώσου σωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • σώζομαι can mean being rescued, surviving or being preserved. For saving a computer file, αποθηκεύω is a standard choice; for saving money use αποταμιεύω.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το παλιό κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα.

The old building survives to this day.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — σώζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/sozo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /sozo/