Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χρωματίζω — to colour.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χρωματίζω | χρωματίζομαι |
| εσύ — you | χρωματίζεις | χρωματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χρωματίζει | χρωματίζεται |
| εμείς — we | χρωματίζουμε, χρωματίζομε | χρωματιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χρωματίζετε | χρωματίζεστε, χρωματιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χρωματίζουν(ε) | χρωματίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χρωμάτιζα | χρωματιζόμουν(α) |
| εσύ — you | χρωμάτιζες | χρωματιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χρωμάτιζε | χρωματιζόταν(ε) |
| εμείς — we | χρωματίζαμε | χρωματιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χρωματίζατε | χρωματιζόσαστε, χρωματιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χρωμάτιζαν, χρωματίζαν(ε) | χρωματίζονταν, χρωματιζόντανε, χρωματιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χρωμάτισα | χρωματίστηκα |
| εσύ — you | χρωμάτισες | χρωματίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χρωμάτισε | χρωματίστηκε |
| εμείς — we | χρωματίσαμε | χρωματιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χρωματίσατε | χρωματιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χρωμάτισαν, χρωματίσαν(ε) | χρωματίστηκαν, χρωματιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χρωματίσει | έχω χρωματιστεί |
| εσύ — you | έχεις χρωματίσει | έχεις χρωματιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χρωματίσει | έχει χρωματιστεί |
| εμείς — we | έχουμε χρωματίσει | έχουμε χρωματιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χρωματίσει | έχετε χρωματιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χρωματίσει | έχουν χρωματιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χρωματίσει | είχα χρωματιστεί |
| εσύ — you | είχες χρωματίσει | είχες χρωματιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χρωματίσει | είχε χρωματιστεί |
| εμείς — we | είχαμε χρωματίσει | είχαμε χρωματιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χρωματίσει | είχατε χρωματιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χρωματίσει | είχαν χρωματιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χρωματίζω | θα χρωματίζομαι |
| εσύ — you | θα χρωματίζεις | θα χρωματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χρωματίζει | θα χρωματίζεται |
| εμείς — we | θα χρωματίζουμε, θα χρωματίζομε | θα χρωματιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χρωματίζετε | θα χρωματίζεστε, θα χρωματιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χρωματίζουν(ε) | θα χρωματίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χρωματίσω | θα χρωματιστώ |
| εσύ — you | θα χρωματίσεις | θα χρωματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χρωματίσει | θα χρωματιστεί |
| εμείς — we | θα χρωματίσουμε, θα χρωματίσομε | θα χρωματιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χρωματίσετε | θα χρωματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χρωματίσουν(ε) | θα χρωματιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χρωματίσει | θα έχω χρωματιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις χρωματίσει | θα έχεις χρωματιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χρωματίσει | θα έχει χρωματιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χρωματίσει | θα έχουμε χρωματιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χρωματίσει | θα έχετε χρωματιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χρωματίσει | θα έχουν χρωματιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χρωματίζω | να χρωματίζομαι |
| εσύ — you | να χρωματίζεις | να χρωματίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χρωματίζει | να χρωματίζεται |
| εμείς — we | να χρωματίζουμε, να χρωματίζομε | να χρωματιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χρωματίζετε | να χρωματίζεστε, να χρωματιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χρωματίζουν(ε) | να χρωματίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χρωματίσω | να χρωματιστώ |
| εσύ — you | να χρωματίσεις | να χρωματιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χρωματίσει | να χρωματιστεί |
| εμείς — we | να χρωματίσουμε, να χρωματίσομε | να χρωματιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χρωματίσετε | να χρωματιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χρωματίσουν(ε) | να χρωματιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χρωματίσει | να έχω χρωματιστεί |
| εσύ — you | να έχεις χρωματίσει | να έχεις χρωματιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χρωματίσει | να έχει χρωματιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε χρωματίσει | να έχουμε χρωματιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χρωματίσει | να έχετε χρωματιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χρωματίσει | να έχουν χρωματιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χρωμάτιζε (εσύ), χρωματίζετε (εσείς).
Simple: χρωμάτισε (εσύ); χρωματίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used for colouring a picture or surface, and figuratively giving a tone or character to something. χρωματισμένος, -η, -ο means coloured.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Χρωμάτισε την εικόνα με μολύβια.
Colour the picture with pencils.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χρωματίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xromatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xromatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.