Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χρωματίζω — to color

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χρωματίζω — to colour.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χρωματίζω χρωματίζομαι
εσύ — you χρωματίζεις χρωματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χρωματίζει χρωματίζεται
εμείς — we χρωματίζουμε, χρωματίζομε χρωματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χρωματίζετε χρωματίζεστε, χρωματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χρωματίζουν(ε) χρωματίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χρωμάτιζα χρωματιζόμουν(α)
εσύ — you χρωμάτιζες χρωματιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χρωμάτιζε χρωματιζόταν(ε)
εμείς — we χρωματίζαμε χρωματιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χρωματίζατε χρωματιζόσαστε, χρωματιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χρωμάτιζαν, χρωματίζαν(ε) χρωματίζονταν, χρωματιζόντανε, χρωματιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χρωμάτισα χρωματίστηκα
εσύ — you χρωμάτισες χρωματίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χρωμάτισε χρωματίστηκε
εμείς — we χρωματίσαμε χρωματιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χρωματίσατε χρωματιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χρωμάτισαν, χρωματίσαν(ε) χρωματίστηκαν, χρωματιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χρωματίσει έχω χρωματιστεί
εσύ — you έχεις χρωματίσει έχεις χρωματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χρωματίσει έχει χρωματιστεί
εμείς — we έχουμε χρωματίσει έχουμε χρωματιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χρωματίσει έχετε χρωματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χρωματίσει έχουν χρωματιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χρωματίσει είχα χρωματιστεί
εσύ — you είχες χρωματίσει είχες χρωματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χρωματίσει είχε χρωματιστεί
εμείς — we είχαμε χρωματίσει είχαμε χρωματιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χρωματίσει είχατε χρωματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χρωματίσει είχαν χρωματιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χρωματίζω θα χρωματίζομαι
εσύ — you θα χρωματίζεις θα χρωματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χρωματίζει θα χρωματίζεται
εμείς — we θα χρωματίζουμε, θα χρωματίζομε θα χρωματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χρωματίζετε θα χρωματίζεστε, θα χρωματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χρωματίζουν(ε) θα χρωματίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χρωματίσω θα χρωματιστώ
εσύ — you θα χρωματίσεις θα χρωματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χρωματίσει θα χρωματιστεί
εμείς — we θα χρωματίσουμε, θα χρωματίσομε θα χρωματιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χρωματίσετε θα χρωματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χρωματίσουν(ε) θα χρωματιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χρωματίσει θα έχω χρωματιστεί
εσύ — you θα έχεις χρωματίσει θα έχεις χρωματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χρωματίσει θα έχει χρωματιστεί
εμείς — we θα έχουμε χρωματίσει θα έχουμε χρωματιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χρωματίσει θα έχετε χρωματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χρωματίσει θα έχουν χρωματιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χρωματίζω να χρωματίζομαι
εσύ — you να χρωματίζεις να χρωματίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χρωματίζει να χρωματίζεται
εμείς — we να χρωματίζουμε, να χρωματίζομε να χρωματιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χρωματίζετε να χρωματίζεστε, να χρωματιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χρωματίζουν(ε) να χρωματίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χρωματίσω να χρωματιστώ
εσύ — you να χρωματίσεις να χρωματιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χρωματίσει να χρωματιστεί
εμείς — we να χρωματίσουμε, να χρωματίσομε να χρωματιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να χρωματίσετε να χρωματιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χρωματίσουν(ε) να χρωματιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χρωματίσει να έχω χρωματιστεί
εσύ — you να έχεις χρωματίσει να έχεις χρωματιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χρωματίσει να έχει χρωματιστεί
εμείς — we να έχουμε χρωματίσει να έχουμε χρωματιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χρωματίσει να έχετε χρωματιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χρωματίσει να έχουν χρωματιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χρωμάτιζε (εσύ), χρωματίζετε (εσείς).

Simple: χρωμάτισε (εσύ); χρωματίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for colouring a picture or surface, and figuratively giving a tone or character to something. χρωματισμένος, -η, -ο means coloured.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χρωμάτισε την εικόνα με μολύβια.

Colour the picture with pencils.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χρωματίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xromatizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xromatizo/