βουλιάζω (bouliazo) — to sink, subside

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βουλιάζω — to sink; to subside

Can be intransitive (the boat sinks) or transitive (something sinks the boat). “Ruin” is only a possible figurative meaning.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βουλιάζω
εσύ — you βουλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βουλιάζει
εμείς — we βουλιάζουμε, βουλιάζομε
εσείς — you (plural / polite) βουλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βουλιάζουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βούλιαζα
εσύ — you βούλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βούλιαζε
εμείς — we βουλιάζαμε
εσείς — you (plural / polite) βουλιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βούλιαζαν, βουλιάζαν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βούλιαξα
εσύ — you βούλιαξες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βούλιαξε
εμείς — we βουλιάξαμε
εσείς — you (plural / polite) βουλιάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βούλιαξαν, βουλιάξαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω βουλιάξει
εσύ — you έχεις βουλιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βουλιάξει
εμείς — we έχουμε βουλιάξει
εσείς — you (plural / polite) έχετε βουλιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βουλιάξει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα βουλιάξει
εσύ — you είχες βουλιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βουλιάξει
εμείς — we είχαμε βουλιάξει
εσείς — you (plural / polite) είχατε βουλιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βουλιάξει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα βουλιάζω
εσύ — you θα βουλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βουλιάζει
εμείς — we θα βουλιάζουμε, θα βουλιάζομε
εσείς — you (plural / polite) θα βουλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βουλιάζουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα βουλιάξω
εσύ — you θα βουλιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βουλιάξει
εμείς — we θα βουλιάξουμε, θα βουλιάξομε
εσείς — you (plural / polite) θα βουλιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βουλιάξουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω βουλιάξει
εσύ — you θα έχεις βουλιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βουλιάξει
εμείς — we θα έχουμε βουλιάξει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βουλιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βουλιάξει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να βουλιάζω
εσύ — you να βουλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βουλιάζει
εμείς — we να βουλιάζουμε, να βουλιάζομε
εσείς — you (plural / polite) να βουλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βουλιάζουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να βουλιάξω
εσύ — you να βουλιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βουλιάξει
εμείς — we να βουλιάξουμε, να βουλιάξομε
εσείς — you (plural / polite) να βουλιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βουλιάξουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω βουλιάξει
εσύ — you να έχεις βουλιάξει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βουλιάξει
εμείς — we να έχουμε βουλιάξει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βουλιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βουλιάξει

Imperative · Προστακτική

Continuous: βούλιαζε / βουλιάζετε.

Simple: βούλιαξε (εσύ); βουλιάξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: βούλιαξα; perfect: έχω βουλιάξει.
  • βουλιάζοντας — sinking; έχοντας βουλιάξει — having sunk.
  • βουλιαγμένος, βουλιαγμένη, βουλιαγμένο describes something sunken or dented. It is not a conjugated perfect-tense alternative.
  • Negative: μη βουλιάζεις / μη βουλιάξεις.

Η βάρκα βούλιαξε κοντά στην ακτή.

The boat sank near the coast.

Το κάθισμα έχει βουλιάξει.

The seat has sunk in.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βουλιάζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/bouliazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /bouliazo/