Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βουτάω / βουτώ — to dive, dip, plunge

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βουτάω / βουτώ — to dive; to dip; to plunge

Intransitive: diving into water. Transitive: dipping something into a liquid.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βουτάω / βουτώ βουτιέμαι
εσύ — you βουτάς βουτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βουτάει, βουτά βουτιέται
εμείς — we βουτάμε, βουτούμε βουτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) βουτάτε βουτιέστε, βουτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βουτάν(ε), βουτούν(ε) βουτιούνται, βουτιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βουτούσα, βούταγα βουτιόμουν(α)
εσύ — you βουτούσες, βούταγες βουτιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βουτούσε, βούταγε βουτιόταν(ε)
εμείς — we βουτούσαμε, βουτάγαμε βουτιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) βουτούσατε, βουτάγατε βουτιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they βουτούσαν(ε), βούταγαν, βουτάγανε βουτιόνταν(ε), βουτιούνταν, βουτιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I βούτηξα βουτήχτηκα
εσύ — you βούτηξες βουτήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βούτηξε βουτήχτηκε
εμείς — we βουτήξαμε βουτηχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) βουτήξατε βουτηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βούτηξαν, βουτήξαν(ε) βουτήχτηκαν, βουτηχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω βουτήξει έχω βουτηχτεί
εσύ — you έχεις βουτήξει έχεις βουτηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βουτήξει έχει βουτηχτεί
εμείς — we έχουμε βουτήξει έχουμε βουτηχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε βουτήξει έχετε βουτηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βουτήξει έχουν βουτηχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα βουτήξει είχα βουτηχτεί
εσύ — you είχες βουτήξει είχες βουτηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βουτήξει είχε βουτηχτεί
εμείς — we είχαμε βουτήξει είχαμε βουτηχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε βουτήξει είχατε βουτηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βουτήξει είχαν βουτηχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βουτάω, θα βουτώ θα βουτιέμαι
εσύ — you θα βουτάς θα βουτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βουτάει, θα βουτά θα βουτιέται
εμείς — we θα βουτάμε, θα βουτούμε θα βουτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα βουτάτε θα βουτιέστε, θα βουτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βουτάν(ε), θα βουτούν(ε) θα βουτιούνται, θα βουτιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα βουτήξω θα βουτηχτώ
εσύ — you θα βουτήξεις θα βουτηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βουτήξει θα βουτηχτεί
εμείς — we θα βουτήξουμε, θα βουτήξομε θα βουτηχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βουτήξετε θα βουτηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βουτήξουν(ε) θα βουτηχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω βουτήξει θα έχω βουτηχτεί
εσύ — you θα έχεις βουτήξει θα έχεις βουτηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βουτήξει θα έχει βουτηχτεί
εμείς — we θα έχουμε βουτήξει θα έχουμε βουτηχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βουτήξει θα έχετε βουτηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βουτήξει θα έχουν βουτηχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βουτάω, να βουτώ να βουτιέμαι
εσύ — you να βουτάς να βουτιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βουτάει, να βουτά να βουτιέται
εμείς — we να βουτάμε, να βουτούμε να βουτιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να βουτάτε να βουτιέστε, να βουτιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βουτάν(ε), να βουτούν(ε) να βουτιούνται, να βουτιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να βουτήξω να βουτηχτώ
εσύ — you να βουτήξεις να βουτηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βουτήξει να βουτηχτεί
εμείς — we να βουτήξουμε, να βουτήξομε να βουτηχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να βουτήξετε να βουτηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βουτήξουν(ε) να βουτηχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω βουτήξει να έχω βουτηχτεί
εσύ — you να έχεις βουτήξει να έχεις βουτηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βουτήξει να έχει βουτηχτεί
εμείς — we να έχουμε βουτήξει να έχουμε βουτηχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βουτήξει να έχετε βουτηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βουτήξει να έχουν βουτηχτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous βούτα βουτάτε να βουτιέσαι (να-construction) βουτιέστε
Simple βούτηξε βουτήξτε βουτήξου βουτηχτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: βούτηξα; active perfective stem: βουτηξ-; passive perfective stem: βουτηχτ-.
  • βουτώντας — diving / dipping; έχοντας βουτήξει — having dived / dipped.
  • βουτηγμένος, βουτηγμένη, βουτηγμένο describes something dipped or immersed and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative: μη βουτάς / μη βουτήξεις; μη βουτιέσαι / μη βουτηχτείς.

Βούτηξε το ψωμί στη σάλτσα.

Dip the bread into the sauce.

Βούτηξε στη θάλασσα.

He or she dived into the sea.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βουτώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/boutao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /boutao/