Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βουτάω / βουτώ — to dive; to dip; to plunge
Intransitive: diving into water. Transitive: dipping something into a liquid.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βουτάω / βουτώ | βουτιέμαι |
| εσύ — you | βουτάς | βουτιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βουτάει, βουτά | βουτιέται |
| εμείς — we | βουτάμε, βουτούμε | βουτιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | βουτάτε | βουτιέστε, βουτιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βουτάν(ε), βουτούν(ε) | βουτιούνται, βουτιόνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βουτούσα, βούταγα | βουτιόμουν(α) |
| εσύ — you | βουτούσες, βούταγες | βουτιόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βουτούσε, βούταγε | βουτιόταν(ε) |
| εμείς — we | βουτούσαμε, βουτάγαμε | βουτιόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | βουτούσατε, βουτάγατε | βουτιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βουτούσαν(ε), βούταγαν, βουτάγανε | βουτιόνταν(ε), βουτιούνταν, βουτιόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | βούτηξα | βουτήχτηκα |
| εσύ — you | βούτηξες | βουτήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βούτηξε | βουτήχτηκε |
| εμείς — we | βουτήξαμε | βουτηχτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βουτήξατε | βουτηχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βούτηξαν, βουτήξαν(ε) | βουτήχτηκαν, βουτηχτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω βουτήξει | έχω βουτηχτεί |
| εσύ — you | έχεις βουτήξει | έχεις βουτηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βουτήξει | έχει βουτηχτεί |
| εμείς — we | έχουμε βουτήξει | έχουμε βουτηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βουτήξει | έχετε βουτηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βουτήξει | έχουν βουτηχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα βουτήξει | είχα βουτηχτεί |
| εσύ — you | είχες βουτήξει | είχες βουτηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βουτήξει | είχε βουτηχτεί |
| εμείς — we | είχαμε βουτήξει | είχαμε βουτηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βουτήξει | είχατε βουτηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βουτήξει | είχαν βουτηχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βουτάω, θα βουτώ | θα βουτιέμαι |
| εσύ — you | θα βουτάς | θα βουτιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βουτάει, θα βουτά | θα βουτιέται |
| εμείς — we | θα βουτάμε, θα βουτούμε | θα βουτιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βουτάτε | θα βουτιέστε, θα βουτιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βουτάν(ε), θα βουτούν(ε) | θα βουτιούνται, θα βουτιόνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα βουτήξω | θα βουτηχτώ |
| εσύ — you | θα βουτήξεις | θα βουτηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βουτήξει | θα βουτηχτεί |
| εμείς — we | θα βουτήξουμε, θα βουτήξομε | θα βουτηχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βουτήξετε | θα βουτηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βουτήξουν(ε) | θα βουτηχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βουτήξει | θα έχω βουτηχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις βουτήξει | θα έχεις βουτηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βουτήξει | θα έχει βουτηχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε βουτήξει | θα έχουμε βουτηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βουτήξει | θα έχετε βουτηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βουτήξει | θα έχουν βουτηχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βουτάω, να βουτώ | να βουτιέμαι |
| εσύ — you | να βουτάς | να βουτιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βουτάει, να βουτά | να βουτιέται |
| εμείς — we | να βουτάμε, να βουτούμε | να βουτιόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βουτάτε | να βουτιέστε, να βουτιόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βουτάν(ε), να βουτούν(ε) | να βουτιούνται, να βουτιόνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να βουτήξω | να βουτηχτώ |
| εσύ — you | να βουτήξεις | να βουτηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βουτήξει | να βουτηχτεί |
| εμείς — we | να βουτήξουμε, να βουτήξομε | να βουτηχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βουτήξετε | να βουτηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βουτήξουν(ε) | να βουτηχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω βουτήξει | να έχω βουτηχτεί |
| εσύ — you | να έχεις βουτήξει | να έχεις βουτηχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βουτήξει | να έχει βουτηχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε βουτήξει | να έχουμε βουτηχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βουτήξει | να έχετε βουτηχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βουτήξει | να έχουν βουτηχτεί |
Imperative · Προστακτική
| Aspect | Active: εσύ | Active: εσείς | Passive: εσύ | Passive: εσείς |
|---|---|---|---|---|
| Continuous | βούτα | βουτάτε | να βουτιέσαι (να-construction) | βουτιέστε |
| Simple | βούτηξε | βουτήξτε | βουτήξου | βουτηχτείτε |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: βούτηξα; active perfective stem: βουτηξ-; passive perfective stem: βουτηχτ-.
- βουτώντας — diving / dipping; έχοντας βουτήξει — having dived / dipped.
- βουτηγμένος, βουτηγμένη, βουτηγμένο describes something dipped or immersed and agrees with its noun.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Negative: μη βουτάς / μη βουτήξεις; μη βουτιέσαι / μη βουτηχτείς.
Βούτηξε το ψωμί στη σάλτσα.
Dip the bread into the sauce.
Βούτηξε στη θάλασσα.
He or she dived into the sea.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βουτώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/boutao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/boutao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.