Zoulao

Zoulao

ΖΟΥΛΑΩ
I squeeze
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ζουλάω ζουλάμε, ζουλούμε ζουλιέμαι ζουλιόμαστε
ζουλάς ζουλάτε ζουλιέσαι ζουλιέστε, ζουλιόσαστε
ζουλάει, ζουλά ζουλάν(ε), ζουλούν(ε) ζουλιέται ζουλιούνται, ζουλιόνται
Imper
fect
ζουλούσα, ζούλαγα ζουλούσαμε, ζουλάγαμε ζουλιόμουν(α) ζουλιόμαστε, ζουλιόμασταν
ζουλούσες, ζούλαγες ζουλούσατε, ζουλάγατε ζουλιόσουν(α) ζουλιόσαστε, ζουλιόσασταν
ζουλούσε, ζούλαγε ζουλούσαν(ε), ζούλαγαν, ζουλάγανε ζουλιόταν(ε) ζουλιόνταν(ε), ζουλιούνταν, ζουλιόντουσαν
Aorist ζούληξα ζουλήξαμε ζουλήχτηκα ζουληχτήκαμε
ζούληξες ζουλήξατε ζουλήχτηκες ζουληχτήκατε
ζούληξε ζούληξαν, ζουλήξαν(ε) ζουλήχτηκε ζουλήχτηκαν, ζουληχτήκαν(ε)
Perf
ect
έχω ζουλήξει
έχω ζουληγμένο
έχουμε ζουλήξει
έχουμε ζουληγμένο
έχω ζουληχτεί
είμαι ζουληγμένος, -η
έχουμε ζουληχτεί
είμαστε ζουληγμένοι, -ες
έχεις ζουλήξει
έχεις ζουληγμένο
έχετε ζουλήξει
έχετε ζουληγμένο
έχεις ζουληχτεί
είσαι ζουληγμένος, -η
έχετε ζουληχτεί
είστε ζουληγμένοι, -ες
έχει ζουλήξει
έχει ζουληγμένο
έχουν ζουλήξει
έχουν ζουληγμένο
έχει ζουληχτεί
είναι ζουληγμένος, -η, -ο
έχουν ζουληχτεί
είναι ζουληγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ect
είχα ζουλήξει
είχα ζουληγμένο
είχαμε ζουλήξει
είχαμε ζουληγμένο
είχα ζουληχτεί
ήμουν ζουληγμένος, -η
είχαμε ζουληχτεί
ήμαστε ζουληγμένοι, -ες
είχες ζουλήξει
είχες ζουληγμένο
είχατε ζουλήξει
είχατε ζουληγμένο
είχες ζουληχτεί
ήσουν ζουληγμένος, -η
είχατε ζουληχτεί
ήσαστε ζουληγμένοι, -ες
είχε ζουλήξει
είχε ζουληγμένο
είχαν ζουλήξει
είχαν ζουληγμένο
είχε ζουληχτεί
ήταν ζουληγμένος, -η, -ο
είχαν ζουληχτεί
ήταν ζουληγμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα ζουλάω, θα ζουλώ θα ζουλάμε, θα ζουλούμε θα ζουλιέμαι θα ζουλιόμαστε
θα ζουλάς θα ζουλάτε θα ζουλιέσαι θα ζουλιέστε, θα ζουλιόσαστε
θα ζουλάει, θα ζουλά θα ζουλάν(ε), θα ζουλούν(ε) θα ζουλιέται θα ζουλιούνται, θα ζουλιόνται
Simp
Fut
θα ζουλήξω θα ζουλήξουμε, θα ζουλήξομε θα ζουληχτώ θα ζουληχτούμε
θα ζουλήξεις θα ζουλήξετε θα ζουληχτείς θα ζουληχτείτε
θα ζουλήξει θα ζουλήξουν(ε) θα ζουληχτεί θα ζουληχτούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ζουλήξει
θα έχω ζουληγμένο
θα έχουμε ζουλήξει
θα έχουμε ζουληγμένο
θα έχω ζουληχτεί
θα είμαι ζουληγμένος, -η
θα έχουμε ζουληχτεί
θα είμαστε ζουληγμένοι, -ες
θα έχεις ζουλήξει
θα έχεις ζουληγμένο
θα έχετε ζουλήξει
θα έχετε ζουληγμένο
θα έχεις ζουληχτεί
θα είσαι ζουληγμένος, -η
θα έχετε ζουληχτεί
θα είστε ζουληγμένοι, -ες
θα έχει ζουλήξει
θα έχει ζουληγμένο
θα έχουν ζουλήξει
θα έχουν ζουληγμένο
θα έχει ζουληχτεί
θα είναι ζουληγμένος, -η, -ο
θα έχουν ζουληχτεί
θα είναι ζουληγμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ζουλάω, να ζουλώ να ζουλάμε, να ζουλούμε να ζουλιέμαι να ζουλιόμαστε
να ζουλάς να ζουλάτε να ζουλιέσαι να ζουλιέστε, να ζουλιόσαστε
να ζουλάει, να ζουλά να ζουλάν(ε), να ζουλούν(ε) να ζουλιέται να ζουλιούνται, να ζουλιόνται
Aorist να ζουλήξω να ζουλήξουμε, να ζουλήξομε να ζουληχτώ να ζουληχτούμε
να ζουλήξεις να ζουλήξετε να ζουληχτείς να ζουληχτείτε
να ζουλήξει να ζουλήξουν(ε) να ζουληχτεί να ζουληχτούν(ε)
Perf να έχω ζουλήξει
να έχω ζουληγμένο
να έχουμε ζουλήξει
να έχουμε ζουληγμένο
να έχω ζουληχτεί
να είμαι ζουληγμένος, -η
να έχουμε ζουληχτεί
να είμαστε ζουληγμένοι, -ες
να έχεις ζουλήξει
να έχεις ζουληγμένο
να έχετε ζουλήξει
να έχετε ζουληγμένο
να έχεις ζουληχτεί
να είσαι ζουληγμένος, -η
να έχετε ζουληχτεί
να είστε ζουληγμένοι, -η
να έχει ζουλήξει
να έχει ζουληγμένο
να έχουν ζουλήξει
να έχουν ζουληγμένο
να έχει ζουληχτεί
να είναι ζουληγμένος, -η, -ο
να έχουν ζουληχτεί
να είναι ζουληγμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres ζούλα, ζούλαγε ζουλάτε ζουλιέστε
Aorist ζούληξε, ζούλα ζουλήξτε, ζουλήχτε ζουλήξου ζουληχτείτε
Part
iciple
Pres ζουλώντας
Perf έχοντας ζουλήξει, έχοντας ζουληγμένο ζουληγμένος, -η, -ο ζουληγμένοι, -ες, -α
Infin Aorist ζουλήξει ζουληχτεί


2017-03-22T01:57:30+00:00