ζωγραφίζω (zografizo) — to paint; draw

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζωγραφίζω — to paint; draw.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζωγραφίζω ζωγραφίζομαι
εσύ — you ζωγραφίζεις ζωγραφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζωγραφίζει ζωγραφίζεται
εμείς — we ζωγραφίζουμε, ζωγραφίζομε ζωγραφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζωγραφίζετε ζωγραφίζεστε, ζωγραφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζωγραφίζουν(ε) ζωγραφίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζωγράφιζα ζωγραφιζόμουν(α)
εσύ — you ζωγράφιζες ζωγραφιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζωγράφιζε ζωγραφιζόταν(ε)
εμείς — we ζωγραφίζαμε ζωγραφιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζωγραφίζατε ζωγραφιζόσαστε, ζωγραφιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζωγράφιζαν, ζωγραφίζαν(ε) ζωγραφίζονταν, ζωγραφιζόντανε, ζωγραφιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζωγράφισα ζωγραφίστηκα
εσύ — you ζωγράφισες ζωγραφίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζωγράφισε ζωγραφίστηκε
εμείς — we ζωγραφίσαμε ζωγραφιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζωγραφίσατε ζωγραφιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζωγράφισαν, ζωγραφίσαν(ε) ζωγραφίστηκαν, ζωγραφιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζωγραφίσει έχω ζωγραφιστεί
εσύ — you έχεις ζωγραφίσει έχεις ζωγραφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζωγραφίσει έχει ζωγραφιστεί
εμείς — we έχουμε ζωγραφίσει έχουμε ζωγραφιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζωγραφίσει έχετε ζωγραφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζωγραφίσει έχουν ζωγραφιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζωγραφίσει είχα ζωγραφιστεί
εσύ — you είχες ζωγραφίσει είχες ζωγραφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζωγραφίσει είχε ζωγραφιστεί
εμείς — we είχαμε ζωγραφίσει είχαμε ζωγραφιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζωγραφίσει είχατε ζωγραφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζωγραφίσει είχαν ζωγραφιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζωγραφίζω θα ζωγραφίζομαι
εσύ — you θα ζωγραφίζεις θα ζωγραφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζωγραφίζει θα ζωγραφίζεται
εμείς — we θα ζωγραφίζουμε, θα ζωγραφίζομε θα ζωγραφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζωγραφίζετε θα ζωγραφίζεστε, θα ζωγραφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζωγραφίζουν(ε) θα ζωγραφίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζωγραφίσω θα ζωγραφιστώ
εσύ — you θα ζωγραφίσεις θα ζωγραφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζωγραφίσει θα ζωγραφιστεί
εμείς — we θα ζωγραφίσουμε, θα ζωγραφίσομε θα ζωγραφιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζωγραφίσετε θα ζωγραφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζωγραφίσουν(ε) θα ζωγραφιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζωγραφίσει θα έχω ζωγραφιστεί
εσύ — you θα έχεις ζωγραφίσει θα έχεις ζωγραφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζωγραφίσει θα έχει ζωγραφιστεί
εμείς — we θα έχουμε ζωγραφίσει θα έχουμε ζωγραφιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζωγραφίσει θα έχετε ζωγραφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζωγραφίσει θα έχουν ζωγραφιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζωγραφίζω να ζωγραφίζομαι
εσύ — you να ζωγραφίζεις να ζωγραφίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζωγραφίζει να ζωγραφίζεται
εμείς — we να ζωγραφίζουμε, να ζωγραφίζομε να ζωγραφιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζωγραφίζετε να ζωγραφίζεστε, να ζωγραφιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζωγραφίζουν(ε) να ζωγραφίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζωγραφίσω να ζωγραφιστώ
εσύ — you να ζωγραφίσεις να ζωγραφιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζωγραφίσει να ζωγραφιστεί
εμείς — we να ζωγραφίσουμε, να ζωγραφίσομε να ζωγραφιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζωγραφίσετε να ζωγραφιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζωγραφίσουν(ε) να ζωγραφιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζωγραφίσει να έχω ζωγραφιστεί
εσύ — you να έχεις ζωγραφίσει να έχεις ζωγραφιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζωγραφίσει να έχει ζωγραφιστεί
εμείς — we να έχουμε ζωγραφίσει να έχουμε ζωγραφιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζωγραφίσει να έχετε ζωγραφιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζωγραφίσει να έχουν ζωγραφιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ζωγράφιζε (εσύ), ζωγραφίζετε (εσείς).

Simple: ζωγράφισε (εσύ); ζωγραφίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for painting or drawing a picture. For painting a wall or dyeing something, βάφω is usually the relevant verb. ζωγραφισμένος, -η, -ο means painted or drawn.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ζωγράφισε ένα σπίτι και δύο δέντρα.

She drew a house and two trees.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζωγραφίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zografizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zografizo/