ζυγίζω (zugizo) — to weigh

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζυγίζω — to weigh.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζυγίζω ζυγίζομαι
εσύ — you ζυγίζεις ζυγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζυγίζει ζυγίζεται
εμείς — we ζυγίζουμε, ζυγίζομε ζυγιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζυγίζετε ζυγίζεστε, ζυγιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζυγίζουν(ε) ζυγίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζύγιζα ζυγιζόμουν(α)
εσύ — you ζύγιζες ζυγιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζύγιζε ζυγιζόταν(ε)
εμείς — we ζυγίζαμε ζυγιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζυγίζατε ζυγιζόσαστε, ζυγιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζύγιζαν, ζυγίζαν(ε) ζυγίζονταν, ζυγιζόντανε, ζυγιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζύγισα ζυγίστηκα
εσύ — you ζύγισες ζυγίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζύγισε ζυγίστηκε
εμείς — we ζυγίσαμε ζυγιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζυγίσατε ζυγιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζύγισαν, ζυγίσαν(ε) ζυγίστηκαν, ζυγιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζυγίσει έχω ζυγιστεί
εσύ — you έχεις ζυγίσει έχεις ζυγιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζυγίσει έχει ζυγιστεί
εμείς — we έχουμε ζυγίσει έχουμε ζυγιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζυγίσει έχετε ζυγιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζυγίσει έχουν ζυγιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζυγίσει είχα ζυγιστεί
εσύ — you είχες ζυγίσει είχες ζυγιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζυγίσει είχε ζυγιστεί
εμείς — we είχαμε ζυγίσει είχαμε ζυγιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζυγίσει είχατε ζυγιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζυγίσει είχαν ζυγιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζυγίζω θα ζυγίζομαι
εσύ — you θα ζυγίζεις θα ζυγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζυγίζει θα ζυγίζεται
εμείς — we θα ζυγίζουμε, θα ζυγίζομε θα ζυγιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζυγίζετε θα ζυγίζεστε, θα ζυγιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζυγίζουν(ε) θα ζυγίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζυγίσω θα ζυγιστώ
εσύ — you θα ζυγίσεις θα ζυγιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζυγίσει θα ζυγιστεί
εμείς — we θα ζυγίσουμε, θα ζυγίσομε θα ζυγιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζυγίσετε θα ζυγιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζυγίσουν(ε) θα ζυγιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζυγίσει θα έχω ζυγιστεί
εσύ — you θα έχεις ζυγίσει θα έχεις ζυγιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζυγίσει θα έχει ζυγιστεί
εμείς — we θα έχουμε ζυγίσει θα έχουμε ζυγιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζυγίσει θα έχετε ζυγιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζυγίσει θα έχουν ζυγιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζυγίζω να ζυγίζομαι
εσύ — you να ζυγίζεις να ζυγίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζυγίζει να ζυγίζεται
εμείς — we να ζυγίζουμε, να ζυγίζομε να ζυγιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζυγίζετε να ζυγίζεστε, να ζυγιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζυγίζουν(ε) να ζυγίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζυγίσω να ζυγιστώ
εσύ — you να ζυγίσεις να ζυγιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζυγίσει να ζυγιστεί
εμείς — we να ζυγίσουμε, να ζυγίσομε να ζυγιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζυγίσετε να ζυγιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζυγίσουν(ε) να ζυγιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζυγίσει να έχω ζυγιστεί
εσύ — you να έχεις ζυγίσει να έχεις ζυγιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζυγίσει να έχει ζυγιστεί
εμείς — we να έχουμε ζυγίσει να έχουμε ζυγιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζυγίσει να έχετε ζυγιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζυγίσει να έχουν ζυγιστεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ζύγιζε (εσύ), ζυγίζετε (εσείς). Middle: ζυγίσου, ζυγιστείτε.

Simple: ζύγισε (εσύ); ζυγίστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The active can mean measuring something’s weight or having a certain weight. ζυγίζομαι commonly means weighing oneself. Figurative ζυγίζω can mean weighing up options. ζυγισμένος, -η, -ο means weighed.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ζύγισε το αλεύρι πριν το προσθέσεις.

Weigh the flour before adding it.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζυγίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zugizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zugizo/