ζυμώνω (zumono) — to knead

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζυμώνω — to knead.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζυμώνω ζυμώνομαι
εσύ — you ζυμώνεις ζυμώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζυμώνει ζυμώνεται
εμείς — we ζυμώνουμε, ζυμώνομε ζυμωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζυμώνετε ζυμώνεστε, ζυμωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζυμώνουν(ε) ζυμώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζύμωνα ζυμωνόμουν(α)
εσύ — you ζύμωνες ζυμωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζύμωνε ζυμωνόταν(ε)
εμείς — we ζυμώναμε ζυμωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζυμώνατε ζυμωνόσαστε, ζυμωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζύμωναν, ζυμώναν(ε) ζυμώνονταν, ζυμωνόντανε, ζυμωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζύμωσα ζυμώθηκα
εσύ — you ζύμωσες ζυμώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζύμωσε ζυμώθηκε
εμείς — we ζυμώσαμε ζυμωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζυμώσατε ζυμωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζύμωσαν, ζυμώσαν(ε) ζυμώθηκαν, ζυμωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζυμώσει έχω ζυμωθεί
εσύ — you έχεις ζυμώσει έχεις ζυμωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζυμώσει έχει ζυμωθεί
εμείς — we έχουμε ζυμώσει έχουμε ζυμωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζυμώσει έχετε ζυμωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζυμώσει έχουν ζυμωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζυμώσει είχα ζυμωθεί
εσύ — you είχες ζυμώσει είχες ζυμωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζυμώσει είχε ζυμωθεί
εμείς — we είχαμε ζυμώσει είχαμε ζυμωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζυμώσει είχατε ζυμωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζυμώσει είχαν ζυμωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζυμώνω θα ζυμώνομαι
εσύ — you θα ζυμώνεις θα ζυμώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζυμώνει θα ζυμώνεται
εμείς — we θα ζυμώνουμε, θα ζυμώνομε θα ζυμωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζυμώνετε θα ζυμώνεστε, θα ζυμωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζυμώνουν(ε) θα ζυμώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζυμώσω θα ζυμωθώ
εσύ — you θα ζυμώσεις θα ζυμωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζυμώσει θα ζυμωθεί
εμείς — we θα ζυμώσουμε, θα ζυμώσομε θα ζυμωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζυμώσετε θα ζυμωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζυμώσουν θα ζυμωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζυμώσει θα έχω ζυμωθεί
εσύ — you θα έχεις ζυμώσει θα έχεις ζυμωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζυμώσει θα έχει ζυμωθεί
εμείς — we θα έχουμε ζυμώσει θα έχουμε ζυμωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζυμώσει θα έχετε ζυμωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζυμώσει θα έχουν ζυμωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζυμώνω να ζυμώνομαι
εσύ — you να ζυμώνεις να ζυμώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζυμώνει να ζυμώνεται
εμείς — we να ζυμώνουμε, να ζυμώνομε να ζυμωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζυμώνετε να ζυμώνεστε, να ζυμωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζυμώνουν(ε) να ζυμώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζυμώσω να ζυμωθώ
εσύ — you να ζυμώσεις να ζυμωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζυμώσει να ζυμωθεί
εμείς — we να ζυμώσουμε, να ζυμώσομε να ζυμωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζυμώσετε να ζυμωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζυμώσουν(ε) να ζυμωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζυμώσει να έχω ζυμωθεί
εσύ — you να έχεις ζυμώσει να έχεις ζυμωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζυμώσει να έχει ζυμωθεί
εμείς — we να έχουμε ζυμώσει να έχουμε ζυμωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζυμώσει να έχετε ζυμωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζυμώσει να έχουν ζυμωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: ζύμωνε (εσύ), ζυμώνετε (εσείς).

Simple: ζύμωσε (εσύ); ζυμώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for kneading dough. The middle/passive can describe dough being kneaded or a material fermenting, depending on context. ζυμωμένος, -η, -ο means kneaded or fermented and also has figurative uses.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ζύμωσε καλά τη ζύμη.

Knead the dough well.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζυμώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zumono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zumono/