Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πηδάω / πηδώ means to jump, leap, or jump over something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πηδάω, πηδώ |
| εσύ — you | πηδάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πηδάει, πηδά |
| εμείς — we | πηδάμε, πηδούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πηδάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πηδάν(ε), πηδούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πηδούσα, πήδαγα |
| εσύ — you | πηδούσες, πήδαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πηδούσε, πήδαγε |
| εμείς — we | πηδούσαμε, πηδάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πηδούσατε, πηδάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πηδούσαν(ε), πήδαγαν, πηδάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πήδηξα |
| εσύ — you | πήδηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πήδηξε |
| εμείς — we | πηδήξαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πηδήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πήδηξαν, πηδήξαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω πηδήξει |
| εσύ — you | έχεις πηδήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πηδήξει |
| εμείς — we | έχουμε πηδήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πηδήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πηδήξει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα πηδήξει |
| εσύ — you | είχες πηδήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πηδήξει |
| εμείς — we | είχαμε πηδήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πηδήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πηδήξει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα πηδάω, θα πηδώ |
| εσύ — you | θα πηδάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πηδάει, θα πηδά |
| εμείς — we | θα πηδάμε, θα πηδούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πηδάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πηδάν(ε), θα πηδούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα πηδήξω |
| εσύ — you | θα πηδήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πηδήξει |
| εμείς — we | θα πηδήξουμε, θα πηδήξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πηδήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πηδήξουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πηδήξει |
| εσύ — you | θα έχεις πηδήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πηδήξει |
| εμείς — we | θα έχουμε πηδήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πηδήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πηδήξει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να πηδάω, να πηδώ |
| εσύ — you | να πηδάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πηδάει, να πηδά |
| εμείς — we | να πηδάμε, να πηδούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πηδάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πηδάν(ε), να πηδούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να πηδήξω |
| εσύ — you | να πηδήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πηδήξει |
| εμείς — we | να πηδήξουμε, να πηδήξομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πηδήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πηδήξουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω πηδήξει |
| εσύ — you | να έχεις πηδήξει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πηδήξει |
| εμείς — we | να έχουμε πηδήξει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πηδήξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πηδήξει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πήδα / πηδάτε.
Simple: πήδηξε (εσύ); πηδήξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This table uses πήδηξα / πηδήξω / πηδήξει. The alternative πήδησα / πηδήσω / πηδήσει series is shown separately.
- The page focuses on the ordinary active meaning “jump”. The middle πηδιέμαι often has a vulgar sexual meaning and is not the ordinary way to say “jump”.
Πήδηξε πάνω από το εμπόδιο.
He/she jumped over the obstacle.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πηδώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pidao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/pidao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →