πιάνω (piano) — to catch; to grab; to take hold of

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πιάνω means to catch, grab, or take hold of. πιάνομαι can mean to be caught, hold on, or become stiff, depending on context.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πιάνω πιάνομαι
εσύ — you πιάνεις πιάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πιάνει πιάνεται
εμείς — we πιάνουμε, πιάνομε πιανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πιάνετε πιάνεστε, πιανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πιάνουν(ε) πιάνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπιανα πιανόμουν(α)
εσύ — you έπιανες πιανόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπιανε πιανόταν(ε)
εμείς — we πιάναμε πιανόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πιάνατε πιανόσαστε, πιανόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπιαναν, πιάναν(ε) πιάνονταν, πιανόντανε, πιανόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έπιασα πιάστηκα
εσύ — you έπιασες πιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έπιασε πιάστηκε
εμείς — we πιάσαμε πιαστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πιάσατε πιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they έπιασαν, πιάσαν(ε) πιάστηκαν, πιαστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πιάσει έχω πιαστεί
εσύ — you έχεις πιάσει έχεις πιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πιάσει έχει πιαστεί
εμείς — we έχουμε πιάσει έχουμε πιαστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πιάσει έχετε πιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πιάσει έχουν πιαστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πιάσει είχα πιαστεί
εσύ — you είχες πιάσει είχες πιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πιάσει είχε πιαστεί
εμείς — we είχαμε πιάσει είχαμε πιαστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πιάσει είχατε πιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πιάσει είχαν πιαστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πιάνω θα πιάνομαι
εσύ — you θα πιάνεις θα πιάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πιάνει θα πιάνεται
εμείς — we θα πιάνουμε θα πιανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πιάνετε θα πιάνεστε θα πιανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πιάνουν θα πιάνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πιάσω θα πιαστώ
εσύ — you θα πιάσεις θα πιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πιάσει θα πιαστεί
εμείς — we θα πιάσουμε θα πιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πιάσετε θα πιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πιάσουν θα πιαστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πιάσει θα έχω πιαστεί
εσύ — you θα έχεις πιάσει θα έχεις πιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πιάσει θα έχει πιαστεί
εμείς — we θα έχουμε πιάσει θα έχουμε πιαστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πιάσει θα έχετε πιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πιάσει θα έχουν πιαστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πιάνω να πιάνομαι
εσύ — you να πιάνεις να πιάνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πιάνει να πιάνεται
εμείς — we να πιάνουμε να πιανόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πιάνετε να πιάνεστε να πιανόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πιάνουν να πιάνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πιάσω να πιαστώ
εσύ — you να πιάσεις να πιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πιάσει να πιαστεί
εμείς — we να πιάσουμε να πιαστούμε
εσείς — you (plural / polite) να πιάσετε να πιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πιάσουν να πιαστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πιάσει να έχω πιαστεί
εσύ — you να έχεις πιάσει να έχεις πιαστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πιάσει να έχει πιαστεί
εμείς — we να έχουμε πιάσει να έχουμε πιαστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πιάσει να έχετε πιαστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πιάσει να έχουν πιαστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πιάνε πιάνετε — πιάνεστε
Simple πιάσε πιάστε πιάσου πιαστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Πιάσε το χέρι μου.

Take my hand.

Πιάστηκα από το κάγκελο.

I held on to the railing.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πιάνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/piano/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Ready to use the forms? Practise choosing a Greek past tense in our free lesson →

ModernGreekVerbs.com · /piano/