τραβάω (trabao) — to pull

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

τραβάω / τραβώ — to pull; draw.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τραβάω, τραβώ τραβιέμαι
εσύ — you τραβάς τραβιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τραβάει, τραβά τραβιέται
εμείς — we τραβάμε, τραβούμε τραβιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) τραβάτε τραβιέστε, τραβιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τραβάν(ε), τραβούν(ε) τραβιούνται, τραβιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τραβούσα, τράβαγα τραβιόμουν(α)
εσύ — you τραβούσες, τράβαγες τραβιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τραβούσε, τράβαγε τραβιόταν(ε)
εμείς — we τραβούσαμε, τραβάγαμε τραβιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) τραβούσατε, τραβάγατε τραβιόσαστε, τραβιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they τραβούσαν(ε), τράβαγαν, τραβάγανε τραβιόνταν(ε), τραβιούνταν, τραβιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I τράβηξα τραβήχτηκα
εσύ — you τράβηξες τραβήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it τράβηξε τραβήχτηκε
εμείς — we τραβήξαμε τραβηχτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) τραβήξατε τραβηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they τράβηξαν, τραβήξαν(ε) τραβήχτηκαν, τραβηχτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω τραβήξει έχω τραβηχτεί
εσύ — you έχεις τραβήξει έχεις τραβηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει τραβήξει έχει τραβηχτεί
εμείς — we έχουμε τραβήξει έχουμε τραβηχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε τραβήξει έχετε τραβηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν τραβήξει έχουν τραβηχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα τραβήξει είχα τραβηχτεί
εσύ — you είχες τραβήξει είχες τραβηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε τραβήξει είχε τραβηχτεί
εμείς — we είχαμε τραβήξει είχαμε τραβηχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε τραβήξει είχατε τραβηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν τραβήξει είχαν τραβηχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τραβάω, θα τραβώ θα τραβιέμαι
εσύ — you θα τραβάς θα τραβιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τραβάει, θα τραβά θα τραβιέται
εμείς — we θα τραβάμε, θα τραβούμε θα τραβιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα τραβάτε θα τραβιέστε, θα τραβιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τραβάν(ε), θα τραβούν(ε) θα τραβιούνται, θα τραβιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα τραβήξω θα τραβηχτώ
εσύ — you θα τραβήξεις θα τραβηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα τραβήξει θα τραβηχτεί
εμείς — we θα τραβήξουμε, θα τραβήξομε θα τραβηχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα τραβήξετε θα τραβηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα τραβήξουν(ε) θα τραβηχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω τραβήξει θα έχω τραβηχτεί
εσύ — you θα έχεις τραβήξει θα έχεις τραβηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει τραβήξει θα έχει τραβηχτεί
εμείς — we θα έχουμε τραβήξει θα έχουμε τραβηχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε τραβήξει θα έχετε τραβηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν τραβήξει θα έχουν τραβηχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τραβάω, να τραβώ να τραβιέμαι
εσύ — you να τραβάς να τραβιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τραβάει, να τραβά να τραβιέται
εμείς — we να τραβάμε, να τραβούμε να τραβιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να τραβάτε να τραβιέστε, να τραβιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τραβάν(ε), να τραβούν(ε) να τραβιούνται, να τραβιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να τραβήξω να τραβηχτώ
εσύ — you να τραβήξεις να τραβηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να τραβήξει να τραβηχτεί
εμείς — we να τραβήξουμε, να τραβήξομε να τραβηχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να τραβήξετε να τραβηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να τραβήξουν(ε) να τραβηχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω τραβήξει να έχω τραβηχτεί
εσύ — you να έχεις τραβήξει να έχεις τραβηχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει τραβήξει να έχει τραβηχτεί
εμείς — we να έχουμε τραβήξει να έχουμε τραβηχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε τραβήξει να έχετε τραβηχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν τραβήξει να έχουν τραβηχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: τράβα (εσύ), τραβάτε (εσείς). Middle: τραβήξου, τραβηχτείτε.

Simple: τράβηξε (εσύ); τραβήξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Common expressions include τραβάω φωτογραφία (take a photograph) and τραβάω την προσοχή (attract attention). τραβιέμαι can mean moving or pulling oneself away. τραβηγμένος, -η, -ο means pulled and can also mean far-fetched.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Τράβηξα μια φωτογραφία του τοπίου.

I took a photograph of the landscape.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — τραβώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/trabao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /trabao/