Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πιέζω — to press; to pressure

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πιέζω means to press or exert pressure. πιέζομαι means to be pressed or feel under pressure.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πιέζω πιέζομαι
εσύ — you πιέζεις πιέζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πιέζει πιέζεται
εμείς — we πιέζουμε, πιέζομε πιεζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πιέζετε πιέζεστε, πιεζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πιέζουν(ε) πιέζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πίεζα πιεζόμουν(α)
εσύ — you πίεζες πιεζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πίεζε πιεζόταν(ε)
εμείς — we πιέζαμε πιεζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πιέζατε πιεζόσαστε, πιεζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πίεζαν, πιέζαν(ε) πιέζονταν, πιεζόντανε, πιεζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πίεσα πιέστηκα
εσύ — you πίεσες πιέστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πίεσε πιέστηκε
εμείς — we πιέσαμε πιεστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πιέσατε πιεστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πίεσαν, πιέσαν(ε) πιέστηκαν, πιεστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πιέσει έχω πιεστεί
εσύ — you έχεις πιέσει έχεις πιεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πιέσει έχει πιεστεί
εμείς — we έχουμε πιέσει έχουμε πιεστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πιέσει έχετε πιεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πιέσει έχουν πιεστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πιέσει είχα πιεστεί
εσύ — you είχες πιέσει είχες πιεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πιέσει είχε πιεστεί
εμείς — we είχαμε πιέσει είχαμε πιεστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πιέσει είχατε πιεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πιέσει είχαν πιεστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πιέζω θα πιέζομαι
εσύ — you θα πιέζεις θα πιέζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πιέζει θα πιέζεται
εμείς — we θα πιέζουμε, θα πιέζομε θα πιεζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πιέζετε θα πιέζεστε, θα πιεζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πιέζουν(ε) θα πιέζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πιέσω θα πιεστώ
εσύ — you θα πιέσεις θα πιεστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πιέσει θα πιεστεί
εμείς — we θα πιέσουμε, θα πιέσομε θα πιεστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πιέσετε θα πιεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πιέσουν(ε) θα πιεστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πιέσει θα έχω πιεστεί
εσύ — you θα έχεις πιέσει θα έχεις πιεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πιέσει θα έχει πιεστεί
εμείς — we θα έχουμε πιέσει θα έχουμε πιεστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πιέσει θα έχετε πιεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πιέσει θα έχουν πιεστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πιέζω να πιέζομαι
εσύ — you να πιέζεις να πιέζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πιέζει να πιέζεται
εμείς — we να πιέζουμε, να πιέζομε να πιεζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πιέζετε να πιέζεστε, να πιεζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πιέζουν(ε) να πιέζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πιέσω να πιεστώ
εσύ — you να πιέσεις να πιεστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πιέσει να πιεστεί
εμείς — we να πιέσουμε, να πιέσομε να πιεστούμε
εσείς — you (plural / polite) να πιέσετε να πιεστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πιέσουν(ε) να πιεστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πιέσει να έχω πιεστεί
εσύ — you να έχεις πιέσει να έχεις πιεστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πιέσει να έχει πιεστεί
εμείς — we να έχουμε πιέσει να έχουμε πιεστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πιέσει να έχετε πιεστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πιέσει να έχουν πιεστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous πίεζε πιέζετε — πιέζεστε
Simple πίεσε πιέστε πιέσου πιεστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Πίεσε το κουμπί.

Press the button.

Πιέζομαι από τον χρόνο.

I am under time pressure.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πιέζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/piezo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /piezo/