Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γκρεμίζω — to demolish; to knock down

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γκρεμίζω — to demolish; to knock down.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γκρεμίζω γκρεμίζομαι
εσύ — you γκρεμίζεις γκρεμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γκρεμίζει γκρεμίζεται
εμείς — we γκρεμίζουμε, γκρεμίζομε γκρεμιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) γκρεμίζετε γκρεμίζεστε, γκρεμιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γκρεμίζουν(ε) γκρεμίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γκρέμιζα γκρεμιζόμουν(α)
εσύ — you γκρέμιζες γκρεμιζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γκρέμιζε γκρεμιζόταν(ε)
εμείς — we γκρεμίζαμε γκρεμιζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) γκρεμίζατε γκρεμιζόσαστε, γκρεμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they γκρέμιζαν, γκρεμίζαν(ε) γκρεμίζονταν, γκρεμιζόντανε, γκρεμιζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I γκρέμισα γκρεμίστηκα
εσύ — you γκρέμισες γκρεμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γκρέμισε γκρεμίστηκε
εμείς — we γκρεμίσαμε γκρεμιστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) γκρεμίσατε γκρεμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γκρέμισαν, γκρεμίσαν(ε) γκρεμίστηκαν, γκρεμιστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω γκρεμίσει έχω γκρεμιστεί
εσύ — you έχεις γκρεμίσει έχεις γκρεμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γκρεμίσει έχει γκρεμιστεί
εμείς — we έχουμε γκρεμίσει έχουμε γκρεμιστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε γκρεμίσει έχετε γκρεμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γκρεμίσει έχουν γκρεμιστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα γκρεμίσει είχα γκρεμιστεί
εσύ — you είχες γκρεμίσει είχες γκρεμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γκρεμίσει είχε γκρεμιστεί
εμείς — we είχαμε γκρεμίσει είχαμε γκρεμιστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε γκρεμίσει είχατε γκρεμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γκρεμίσει είχαν γκρεμιστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γκρεμίζω θα γκρεμίζομαι
εσύ — you θα γκρεμίζεις θα γκρεμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γκρεμίζει θα γκρεμίζεται
εμείς — we θα γκρεμίζουμε, θα γκρεμίζομε θα γκρεμιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα γκρεμίζετε θα γκρεμίζεστε, θα γκρεμιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γκρεμίζουν(ε) θα γκρεμίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα γκρεμίσω θα γκρεμιστώ
εσύ — you θα γκρεμίσεις θα γκρεμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γκρεμίσει θα γκρεμιστεί
εμείς — we θα γκρεμίσουμε, θα γκρεμίσομε θα γκρεμιστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γκρεμίσετε θα γκρεμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γκρεμίσουν(ε) θα γκρεμιστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω γκρεμίσει θα έχω γκρεμιστεί
εσύ — you θα έχεις γκρεμίσει θα έχεις γκρεμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γκρεμίσει θα έχει γκρεμιστεί
εμείς — we θα έχουμε γκρεμίσει θα έχουμε γκρεμιστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γκρεμίσει θα έχετε γκρεμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γκρεμίσει θα έχουν γκρεμιστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γκρεμίζω να γκρεμίζομαι
εσύ — you να γκρεμίζεις να γκρεμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γκρεμίζει να γκρεμίζεται
εμείς — we να γκρεμίζουμε, να γκρεμίζομε να γκρεμιζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να γκρεμίζετε να γκρεμίζεστε, να γκρεμιζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γκρεμίζουν(ε) να γκρεμίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να γκρεμίσω να γκρεμιστώ
εσύ — you να γκρεμίσεις να γκρεμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γκρεμίσει να γκρεμιστεί
εμείς — we να γκρεμίσουμε, να γκρεμίσομε να γκρεμιστούμε
εσείς — you (plural / polite) να γκρεμίσετε να γκρεμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γκρεμίσουν(ε) να γκρεμιστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω γκρεμίσει να έχω γκρεμιστεί
εσύ — you να έχεις γκρεμίσει να έχεις γκρεμιστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γκρεμίσει να έχει γκρεμιστεί
εμείς — we να έχουμε γκρεμίσει να έχουμε γκρεμιστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γκρεμίσει να έχετε γκρεμιστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γκρεμίσει να έχουν γκρεμιστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous γκρέμιζε γκρεμίζετε — —
Simple γκρέμισε γκρεμίστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γκρεμίζομαι can mean to collapse or fall down, as well as to be demolished.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Ο παλιός τοίχος γκρεμίστηκε.

The old wall collapsed.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γκρεμίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gkremizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gkremizo/