Gkremizo

Gkremizo

ΓΚΡΕΜΙΖΩ
I demolish
Active Passive
Singular Plural Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
γκρεμίζω γκρεμίζουμε, γκρεμίζομε γκρεμίζομαι γκρεμιζόμαστε
γκρεμίζεις γκρεμίζετε γκρεμίζεσαι γκρεμίζεστε, γκρεμιζόσαστε
γκρεμίζει γκρεμίζουν(ε) γκρεμίζεται γκρεμίζονται
Imper
fect
γκρέμιζα γκρεμίζαμε γκρεμιζόμουν(α) γκρεμιζόμαστε, γκρεμιζόμασταν
γκρέμιζες γκρεμίζατε γκρεμιζόσουν(α) γκρεμιζόσαστε, γκρεμιζόσασταν
γκρέμιζε γκρέμιζαν, γκρεμίζαν(ε) γκρεμιζόταν(ε) γκρεμίζονταν, γκρεμιζόντανε, γκρεμιζόντουσαν
Aorist γκρέμισα γκρεμίσαμε γκρεμίστηκα γκρεμιστήκαμε
γκρέμισες γκρεμίσατε γκρεμίστηκες γκρεμιστήκατε
γκρέμισε γκρέμισαν, γκρεμίσαν(ε) γκρεμίστηκε γκρεμίστηκαν, γκρεμιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω γκρεμίσει
έχω γκρεμισμένο
έχουμε γκρεμίσει
έχουμε γκρεμισμένο
έχω γκρεμιστεί
είμαι γκρεμισμένος, -η
έχουμε γκρεμιστεί
είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
έχεις γκρεμίσει
έχεις γκρεμισμένο
έχετε γκρεμίσει
έχετε γκρεμισμένο
έχεις γκρεμιστεί
είσαι γκρεμισμένος, -η
έχετε γκρεμιστεί
είστε γκρεμισμένοι, -ες
έχει γκρεμίσει
έχει γκρεμισμένο
έχουν γκρεμίσει
έχουν γκρεμισμένο
έχει γκρεμιστεί
είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
έχουν γκρεμιστεί
είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γκρεμίσει
είχα γκρεμισμένο
είχαμε γκρεμίσει
είχαμε γκρεμισμένο
είχα γκρεμιστεί
ήμουν γκρεμισμένος, -η
είχαμε γκρεμιστεί
ήμαστε γκρεμισμένοι, -ες
είχες γκρεμίσει
είχες γκρεμισμένο
είχατε γκρεμίσει
είχατε γκρεμισμένο
είχες γκρεμιστεί
ήσουν γκρεμισμένος, -η
είχατε γκρεμιστεί
ήσαστε γκρεμισμένοι, -ες
είχε γκρεμίσει
είχε γκρεμισμένο
είχαν γκρεμίσει
είχαν γκρεμισμένο
είχε γκρεμιστεί
ήταν γκρεμισμένος, -η, -ο
είχαν γκρεμιστεί
ήταν γκρεμισμένοι, -ες, -α
Fut
ure
Cont
inuous
θα γκρεμίζω θα γκρεμίζουμε, θα γκρεμίζομε θα γκρεμίζομαι θα γκρεμιζόμαστε
θα γκρεμίζεις θα γκρεμίζετε θα γκρεμίζεσαι θα γκρεμίζεστε, θα γκρεμιζόσαστε
θα γκρεμίζει θα γκρεμίζουν(ε) θα γκρεμίζεται θα γκρεμίζονται
Simp
Fut
θα γκρεμίσω θα γκρεμίσουμε, θα γκρεμίζομε θα γκρεμιστώ θα γκρεμιστούμε
θα γκρεμίσεις θα γκρεμίσετε θα γκρεμιστείς θα γκρεμιστείτε
θα γκρεμίσει θα γκρεμίσουν(ε) θα γκρεμιστεί θα γκρεμιστούν(ε)
Fut
Perf
θα έχω γκρεμίσει
θα έχω γκρεμισμένο
θα έχουμε γκρεμίσει
θα έχουμε γκρεμισμένο
θα έχω γκρεμιστεί
θα είμαι γκρεμισμένος, -η
θα έχουμε γκρεμιστεί
θα είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
θα έχεις γκρεμίσει
θα έχεις γκρεμισμένο
θα έχετε γκρεμίσει
θα έχετε γκρεμισμένο
θα έχεις γκρεμιστεί
θα είσαι γκρεμισμένος, -η
θα έχετε γκρεμιστεί
θα είστε γκρεμισμένοι, -ες
θα έχει γκρεμίσει
θα έχει γκρεμισμένο
θα έχουν γκρεμίσει
θα έχουν γκρεμισμένο
θα έχει γκρεμιστεί
θα είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
θα έχουν γκρεμιστεί
θα είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να γκρεμίζω να γκρεμίζουμε, να γκρεμίζομε να γκρεμίζομαι να γκρεμιζόμαστε
να γκρεμίζεις να γκρεμίζετε να γκρεμίζεσαι να γκρεμίζεστε, να γκρεμιζόσαστε
να γκρεμίζει να γκρεμίζουν(ε) να γκρεμίζεται να γκρεμίζονται
Aorist να γκρεμίσω να γκρεμίσουμε, να γκρεμίσομε να γκρεμιστώ να γκρεμιστούμε
να γκρεμίσεις να γκρεμίσετε να γκρεμιστείς να γκρεμιστείτε
να γκρεμίσει να γκρεμίσουν(ε) να γκρεμιστεί να γκρεμιστούν(ε)
Perf να έχω γκρεμίσει
να έχω γκρεμισμένο
να έχουμε γκρεμίσει
να έχουμε γκρεμισμένο
να έχω γκρεμιστεί
να είμαι γκρεμισμένος, -η
να έχουμε γκρεμιστεί
να είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
να έχεις γκρεμίσει
να έχεις γκρεμισμένο
να έχετε γκρεμίσει
να έχετε γκρεμισμένο
να έχεις γκρεμιστεί
να είσαι γκρεμισμένος, -η
να έχετε γκρεμιστεί
να είστε γκρεμισμένοι, -ες
να έχει γκρεμίσει
να έχει γκρεμισμένο
να έχουν γκρεμίσει
να έχουν γκρεμισμένο
να έχει γκρεμιστεί
να είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
να έχουν γκρεμιστεί
να είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
Imper
ative
Pres γκρέμιζε γκρεμίζετε γκρεμίζεστε
Aorist γκρέμισε γκρεμίστε γκρεμίσου γκρεμιστείτε
Part
iciple
Pres γκρεμίζοντας γκρεμιζόμενος
Perf έχοντας γκρεμίσει, έχοντας γκρεμισμένο γκρεμισμένος, -η, -ο γκρεμισμένοι, -ες, -α
Infin Aorist γκρεμίσει γκρεμιστεί


2017-03-22T01:55:17+00:00