κολλάω (kollao) — to stick; to glue

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κολλάω — to stick; to glue.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κολλάω, κολλώ κολλιέμαι
εσύ — you κολλάς κολλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κολλάει, κολλά κολλιέται
εμείς — we κολλάμε, κολλούμε κολλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) κολλάτε κολλιέστε, κολλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κολλάν(ε), κολλούν(ε) κολλιούνται, κολλιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κολλούσα, κόλλαγα κολλιόμουν(α)
εσύ — you κολλούσες, κόλλαγες κολλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κολλούσε, κόλλαγε κολλιόταν(ε)
εμείς — we κολλούσαμε, κολλάγαμε κολλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) κολλούσατε, κολλάγατε κολλιόσαστε, κολλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they κολλούσαν(ε), κόλλαγαν, κολλάγανε κολλιόνταν(ε), κολλιούνταν, κολλιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κόλλησα κολλήθηκα
εσύ — you κόλλησες κολλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κόλλησε κολλήθηκε
εμείς — we κολλήσαμε κολληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κολλήσατε κολληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κόλλησαν, κολλήσαν(ε) κολλήθηκαν, κολληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κολλήσει έχω κολληθεί
εσύ — you έχεις κολλήσει έχεις κολληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κολλήσει έχει κολληθεί
εμείς — we έχουμε κολλήσει έχουμε κολληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κολλήσει έχετε κολληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κολλήσει έχουν κολληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κολλήσει είχα κολληθεί
εσύ — you είχες κολλήσει είχες κολληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κολλήσει είχε κολληθεί
εμείς — we είχαμε κολλήσει είχαμε κολληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κολλήσει είχατε κολληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κολλήσει είχαν κολληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κολλάω, θα κολλώ θα κολλιέμαι
εσύ — you θα κολλάς θα κολλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κολλάει, θα κολλά θα κολλιέται
εμείς — we θα κολλάμε, θα κολλούμε θα κολλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κολλάτε θα κολλιέστε, θα κολλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κολλάν(ε), θα κολλούν(ε) θα κολλιούνται, θα κολλιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κολλήσω θα κολληθώ
εσύ — you θα κολλήσεις θα κολληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κολλήσει θα κολληθεί
εμείς — we θα κολλήσουμε, θα κολλήσομε θα κολληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κολλήσετε θα κολληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κολλήσουν(ε) θα κολληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κολλήσει θα έχω κολληθεί
εσύ — you θα έχεις κολλήσει θα έχεις κολληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κολλήσει θα έχει κολληθεί
εμείς — we θα έχουμε κολλήσει θα έχουμε κολληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κολλήσει θα έχετε κολληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κολλήσει θα έχουν κολληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κολλάω, να κολλώ να κολλιέμαι
εσύ — you να κολλάς να κολλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κολλάει, να κολλά να κολλιέται
εμείς — we να κολλάμε, να κολλούμε να κολλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κολλάτε να κολλιέστε, να κολλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κολλάν(ε), να κολλούν(ε) να κολλιούνται, να κολλιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κολλήσω να κολληθώ
εσύ — you να κολλήσεις να κολληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κολλήσει να κολληθεί
εμείς — we να κολλήσουμε, να κολλήσομε να κολληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κολλήσετε να κολληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κολλήσουν(ε) να κολληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κολλήσει να έχω κολληθεί
εσύ — you να έχεις κολλήσει να έχεις κολληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κολλήσει να έχει κολληθεί
εμείς — we να έχουμε κολλήσει να έχουμε κολληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κολλήσει να έχετε κολληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κολλήσει να έχουν κολληθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous κόλλα, κόλλαγε κολλάτε — —
Simple κόλλησε κολλήστε κολλήσου κολληθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κολλάω can mean to glue something, stick to something, become stuck, or catch an illness. These uses do not always require a passive form.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το χαρτί κόλλησε στο τραπέζι.

The paper stuck to the table.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κολλάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/kollao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /kollao/