Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
ακουμπώ / ακουμπάω · to touch; to lean; to put down
Ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι. — He/she put the book on the table.
Ακουμπάω στον τοίχο. — I lean against the wall.
Meaning depends on the construction: ακουμπώ κάτι can mean to touch something; ακουμπώ κάτι κάπου to put/rest something somewhere; ακουμπώ σε κάτι to lean against/on something.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ακουμπάω, ακουμπώ |
| εσύ · you | ακουμπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ακουμπάει, ακουμπά |
| εμείς · we | ακουμπάμε, ακουμπούμε |
| εσείς · you | ακουμπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ακουμπάν(ε), ακουμπούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ακουμπούσα, ακούμπαγα |
| εσύ · you | ακουμπούσες, ακούμπαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ακουμπούσε, ακούμπαγε |
| εμείς · we | ακουμπούσαμε, ακουμπάγαμε |
| εσείς · you | ακουμπούσατε, ακουμπάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ακουμπούσαν(ε), ακούμπαγαν, ακουμπάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | ακούμπησα |
| εσύ · you | ακούμπησες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ακούμπησε |
| εμείς · we | ακουμπήσαμε |
| εσείς · you | ακουμπήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ακούμπησαν, ακουμπήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | έχω ακουμπήσει |
| εσύ · you | έχεις ακουμπήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει ακουμπήσει |
| εμείς · we | έχουμε ακουμπήσει |
| εσείς · you | έχετε ακουμπήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν ακουμπήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | είχα ακουμπήσει |
| εσύ · you | είχες ακουμπήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε ακουμπήσει |
| εμείς · we | είχαμε ακουμπήσει |
| εσείς · you | είχατε ακουμπήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν ακουμπήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ακουμπάω, θα ακουμπώ |
| εσύ · you | θα ακουμπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ακουμπάει, θα ακουμπά |
| εμείς · we | θα ακουμπάμε, θα ακουμπούμε |
| εσείς · you | θα ακουμπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ακουμπάν(ε), θα ακουμπούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα ακουμπήσω |
| εσύ · you | θα ακουμπήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα ακουμπήσει |
| εμείς · we | θα ακουμπήσουμε, θα ακουμπήσομε |
| εσείς · you | θα ακουμπήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα ακουμπήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | θα έχω ακουμπήσει |
| εσύ · you | θα έχεις ακουμπήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει ακουμπήσει |
| εμείς · we | θα έχουμε ακουμπήσει |
| εσείς · you | θα έχετε ακουμπήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν ακουμπήσει |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ακουμπάω, να ακουμπώ |
| εσύ · you | να ακουμπάς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ακουμπάει, να ακουμπά |
| εμείς · we | να ακουμπάμε, να ακουμπούμε |
| εσείς · you | να ακουμπάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ακουμπάν(ε), να ακουμπούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να ακουμπήσω |
| εσύ · you | να ακουμπήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να ακουμπήσει |
| εμείς · we | να ακουμπήσουμε, να ακουμπήσομε |
| εσείς · you | να ακουμπήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να ακουμπήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική |
|---|---|
| εγώ · I | να έχω ακουμπήσει |
| εσύ · you | να έχεις ακουμπήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει ακουμπήσει |
| εμείς · we | να έχουμε ακουμπήσει |
| εσείς · you | να έχετε ακουμπήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν ακουμπήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ακούμπα / ακουμπάτε; singular alternative ακούμπαγε.
Simple: ακούμπησε / ακουμπήστε. The short command ακούμπα is also used in everyday instructions.
Ακούμπησε την τσάντα εδώ. — Put the bag down here.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participle: ακουμπώντας.
Perfect participial construction: έχοντας ακουμπήσει.
Rare adjectival participle: ακουμπημένος, ακουμπημένη, ακουμπημένο. The related form ακουμπισμένος is also encountered with the meaning resting/leaning. These describe a state; the ordinary perfect is έχω ακουμπήσει.
Invariant compound-tense form: ακουμπήσει; not an independently used infinitive.
https://moderngreekverbs.com/akoumpao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.