Akoumpao | ΑΚΟΥΜΠΩ

/, Α/Akoumpao | ΑΚΟΥΜΠΩ

Akoumpao | ΑΚΟΥΜΠΩ

ΑΚΟΥΜΠΩ
I lean
Active
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
ακουμπάω, ακουμπώ ακουμπάμε, ακουμπούμε
ακουμπάς ακουμπάτε
ακουμπάει, ακουμπά ακουμπάν(ε), ακουμπούν(ε)
Imper
fect
ακουμπούσα, ακούμπαγα ακουμπούσαμε, ακουμπάγαμε
ακουμπούσες, ακούμπαγες ακουμπούσατε, ακουμπάγατε
ακουμπούσε, ακούμπαγε ακουμπούσαν(ε), ακούμπαγαν, ακουμπάγανε
Aorist ακούμπησα ακουμπήσαμε
ακούμπησες ακουμπήσατε
ακούμπησε ακούμπησαν, ακουμπήσαν(ε)
Perf
ect
έχω ακουμπήσει έχουμε ακουμπήσει
έχεις ακουμπήσει έχετε ακουμπήσει
έχει ακουμπήσει έχουν ακουμπήσει
Plu
perf
ect
είχα ακουμπήσει είχαμε ακουμπήσει
είχες ακουμπήσει είχατε ακουμπήσει
είχε ακουμπήσει είχαν ακουμπήσει
Fut
ure
Cont
inuous
θα ακουμπάω, θα ακουμπώ θα ακουμπάμε, θα ακουμπούμε
θα ακουμπάς θα ακουμπάτε
θα ακουμπάει, θα ακουμπά θα ακουμπάν(ε), θα ακουμπούν(ε)
Simp
Fut
θα ακουμπήσω θα ακουμπήσουμε, θα ακουμπήσομε
θα ακουμπήσεις θα ακουμπήσετε
θα ακουμπήσει θα ακουμπήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω ακουμπήσει θα έχουμε ακουμπήσει
θα έχεις ακουμπήσει θα έχετε ακουμπήσει
θα έχει ακουμπήσει θα έχουν ακουμπήσει
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να ακουμπάω, να ακουμπώ να ακουμπάμε, να ακουμπούμε
να ακουμπάς να ακουμπάτε
να ακουμπάει, να ακουμπά να ακουμπάν(ε), να ακουμπούν(ε)
Aorist να ακουμπήσω να ακουμπήσουμε, να ακουμπήσομε
να ακουμπήσεις να ακουμπήσετε
να ακουμπήσει να ακουμπήσουν(ε)
Perf να έχω ακουμπήσει να έχουμε ακουμπήσει
να έχεις ακουμπήσει να έχετε ακουμπήσει
να έχει ακουμπήσει να έχουν ακουμπήσει
Imper
ative
Pres ακούμπα, ακούμπαγε ακουμπάτε
Aorist ακούμπησε, ακούμπα ακουμπήστε
Part
iciple
Pres ακουμπώντας
Perf ακουμπισμένος, -η, -ο ακουμπισμένοι, -ες, -α
έχοντας ακουμπήσει
Infin Aorist ακουμπήσει

 

2017-03-22T01:53:51+00:00