Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ακουμπώ / ακουμπάω — to touch, lean, put down

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ακουμπώ / ακουμπάω · to touch; to lean; to put down

Ακούμπησε το βιβλίο στο τραπέζι. — He/she put the book on the table.

Ακουμπάω στον τοίχο. — I lean against the wall.

Meaning depends on the construction: ακουμπώ κάτι can mean to touch something; ακουμπώ κάτι κάπου to put/rest something somewhere; ακουμπώ σε κάτι to lean against/on something.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iακουμπάω, ακουμπώ
εσύ · youακουμπάς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακουμπάει, ακουμπά
εμείς · weακουμπάμε, ακουμπούμε
εσείς · youακουμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακουμπάν(ε), ακουμπούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iακουμπούσα, ακούμπαγα
εσύ · youακουμπούσες, ακούμπαγες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακουμπούσε, ακούμπαγε
εμείς · weακουμπούσαμε, ακουμπάγαμε
εσείς · youακουμπούσατε, ακουμπάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακουμπούσαν(ε), ακούμπαγαν, ακουμπάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iακούμπησα
εσύ · youακούμπησες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακούμπησε
εμείς · weακουμπήσαμε
εσείς · youακουμπήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακούμπησαν, ακουμπήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iέχω ακουμπήσει
εσύ · youέχεις ακουμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ακουμπήσει
εμείς · weέχουμε ακουμπήσει
εσείς · youέχετε ακουμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ακουμπήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iείχα ακουμπήσει
εσύ · youείχες ακουμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ακουμπήσει
εμείς · weείχαμε ακουμπήσει
εσείς · youείχατε ακουμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ακουμπήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ακουμπάω, θα ακουμπώ
εσύ · youθα ακουμπάς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ακουμπάει, θα ακουμπά
εμείς · weθα ακουμπάμε, θα ακουμπούμε
εσείς · youθα ακουμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ακουμπάν(ε), θα ακουμπούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα ακουμπήσω
εσύ · youθα ακουμπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ακουμπήσει
εμείς · weθα ακουμπήσουμε, θα ακουμπήσομε
εσείς · youθα ακουμπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ακουμπήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iθα έχω ακουμπήσει
εσύ · youθα έχεις ακουμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ακουμπήσει
εμείς · weθα έχουμε ακουμπήσει
εσείς · youθα έχετε ακουμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ακουμπήσει

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ακουμπάω, να ακουμπώ
εσύ · youνα ακουμπάς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ακουμπάει, να ακουμπά
εμείς · weνα ακουμπάμε, να ακουμπούμε
εσείς · youνα ακουμπάτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ακουμπάν(ε), να ακουμπούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα ακουμπήσω
εσύ · youνα ακουμπήσεις
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ακουμπήσει
εμείς · weνα ακουμπήσουμε, να ακουμπήσομε
εσείς · youνα ακουμπήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ακουμπήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · Ενεργητική
εγώ · Iνα έχω ακουμπήσει
εσύ · youνα έχεις ακουμπήσει
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ακουμπήσει
εμείς · weνα έχουμε ακουμπήσει
εσείς · youνα έχετε ακουμπήσει
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ακουμπήσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: ακούμπα / ακουμπάτε; singular alternative ακούμπαγε.

Simple: ακούμπησε / ακουμπήστε. The short command ακούμπα is also used in everyday instructions.

Ακούμπησε την τσάντα εδώ. — Put the bag down here.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ακουμπώντας.

Perfect participial construction: έχοντας ακουμπήσει.

Rare adjectival participle: ακουμπημένος, ακουμπημένη, ακουμπημένο. The related form ακουμπισμένος is also encountered with the meaning resting/leaning. These describe a state; the ordinary perfect is έχω ακουμπήσει.

Invariant compound-tense form: ακουμπήσει; not an independently used infinitive.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/akoumpao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /akoumpao/