ακούω (akouo) — to hear, listen to

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

Modern Greek verb conjugation

ακούω · to hear; to listen to

Passive: ακούγομαι · to be heard; to sound.

Ακούω μουσική. — I am listening to music. Η φωνή σου ακούγεται καθαρά. — Your voice can be heard clearly.

Everyday form: The normal first-person plural is ακούμε: εμείς ακούμε / να ακούμε / θα ακούμε. The fuller forms ακούουμε / ακούομε are not the main learner models.

Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.

Indicative · Οριστική

Present · Ενεστώτας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iακούωακούγομαι
εσύ · youακούςακούγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itακούειακούγεται
εμείς · weακούμεακουγόμαστε
εσείς · youακούτεακούγεστε, ακουγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyακούν(ε)ακούγονται

Imperfect · Παρατατικός

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάκουγαακουγόμουν(α)
εσύ · youάκουγεςακουγόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάκουγεακουγόταν(ε)
εμείς · weακούγαμεακουγόμαστε, ακουγόμασταν
εσείς · youακούγατεακουγόσαστε, ακουγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάκουγαν, ακούγαν(ε)ακούγονταν, ακουγόντανε, ακουγόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iάκουσαακούστηκα
εσύ · youάκουσεςακούστηκες
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itάκουσεακούστηκε
εμείς · weακούσαμεακουστήκαμε
εσείς · youακούσατεακουστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyάκουσαν, ακούσαν(ε)ακούστηκαν, ακουστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iέχω ακούσειέχω ακουστεί
εσύ · youέχεις ακούσειέχεις ακουστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itέχει ακούσειέχει ακουστεί
εμείς · weέχουμε ακούσειέχουμε ακουστεί
εσείς · youέχετε ακούσειέχετε ακουστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyέχουν ακούσειέχουν ακουστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iείχα ακούσειείχα ακουστεί
εσύ · youείχες ακούσειείχες ακουστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itείχε ακούσειείχε ακουστεί
εμείς · weείχαμε ακούσειείχαμε ακουστεί
εσείς · youείχατε ακούσειείχατε ακουστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyείχαν ακούσειείχαν ακουστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ακούωθα ακούγομαι
εσύ · youθα ακούςθα ακούγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ακούειθα ακούγεται
εμείς · weθα ακούμεθα ακουγόμαστε
εσείς · youθα ακούτεθα ακούγεστε, θα ακουγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ακούν(ε)θα ακούγονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα ακούσωθα ακουστώ
εσύ · youθα ακούσειςθα ακουστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα ακούσειθα ακουστεί
εμείς · weθα ακούσουμε, θα ακούσομεθα ακουστούμε
εσείς · youθα ακούσετεθα ακουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα ακούσουν(ε)θα ακουστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iθα έχω ακούσειθα έχω ακουστεί
εσύ · youθα έχεις ακούσειθα έχεις ακουστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itθα έχει ακούσειθα έχει ακουστεί
εμείς · weθα έχουμε ακούσειθα έχουμε ακουστεί
εσείς · youθα έχετε ακούσειθα έχετε ακουστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyθα έχουν ακούσειθα έχουν ακουστεί

Subjunctive · Υποτακτική

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ακούωνα ακούγομαι
εσύ · youνα ακούςνα ακούγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ακούεινα ακούγεται
εμείς · weνα ακούμενα ακουγόμαστε
εσείς · youνα ακούτενα ακούγεστε, να ακουγόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ακούν(ε)να ακούγονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα ακούσωνα ακουστώ
εσύ · youνα ακούσειςνα ακουστείς
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα ακούσεινα ακουστεί
εμείς · weνα ακούσουμε, να ακούσομενα ακουστούμε
εσείς · youνα ακούσετενα ακουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα ακούσουν(ε)να ακουστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Person · ΠρόσωποActive · ΕνεργητικήPassive · Παθητική
εγώ · Iνα έχω ακούσεινα έχω ακουστεί
εσύ · youνα έχεις ακούσεινα έχεις ακουστεί
αυτός / αυτή / αυτό · he / she / itνα έχει ακούσεινα έχει ακουστεί
εμείς · weνα έχουμε ακούσεινα έχουμε ακουστεί
εσείς · youνα έχετε ακούσεινα έχετε ακουστεί
αυτοί / αυτές / αυτά · theyνα έχουν ακούσεινα έχουν ακουστεί

Imperative · Προστακτική

Active: άκου / ακούτε (continuous); άκουσε / ακούστε (simple). Άκου is also widely used for a single instruction.

Άκουσέ με. — Listen to me. Ακούστε προσεκτικά. — Listen carefully.

Accent with a pronoun: άκουσε → άκουσέ με. Passive instructions such as ακουστείτε need context; κάντε τη φωνή σας να ακουστεί is a natural way to say make your voice heard.

Other forms · Άλλοι τύποι

Present participle: ακούγοντας.

Perfect participial constructions: έχοντας ακούσει / έχοντας ακουστεί.

Passive participle: ακουσμένος, ακουσμένη, ακουσμένο; use depends on context, not an automatic substitute for έχω ακουστεί.

Invariant compound-tense forms: ακούσει / ακουστεί; not independently used infinitives.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/akouo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /akouo/