κληρονομώ (klironomo) — to inherit

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

κληρονομώ — to inherit.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κληρονομώ κληρονομούμαι
εσύ — you κληρονομείς κληρονομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κληρονομεί κληρονομείται
εμείς — we κληρονομούμε κληρονομούμαστε
εσείς — you (plural / polite) κληρονομείτε κληρονομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κληρονομούν(ε) κληρονομούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κληρονομούσα κληρονομούμουν
εσύ — you κληρονομούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κληρονομούσε κληρονομούνταν
εμείς — we κληρονομούσαμε κληρονομούμασταν
εσείς — you (plural / polite) κληρονομούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they κληρονομούσαν(ε) κληρονομούνταν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I κληρονόμησα κληρονομήθηκα
εσύ — you κληρονόμησες κληρονομήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it κληρονόμησε κληρονομήθηκε
εμείς — we κληρονομήσαμε κληρονομηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) κληρονομήσατε κληρονομηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they κληρονόμησαν, κληρονομήσαν(ε) κληρονομήθηκαν, κληρονομηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω κληρονομήσει έχω κληρονομηθεί
εσύ — you έχεις κληρονομήσει έχεις κληρονομηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει κληρονομήσει έχει κληρονομηθεί
εμείς — we έχουμε κληρονομήσει έχουμε κληρονομηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε κληρονομήσει έχετε κληρονομηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν κληρονομήσει έχουν κληρονομηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα κληρονομήσει είχα κληρονομηθεί
εσύ — you είχες κληρονομήσει είχες κληρονομηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε κληρονομήσει είχε κληρονομηθεί
εμείς — we είχαμε κληρονομήσει είχαμε κληρονομηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε κληρονομήσει είχατε κληρονομηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν κληρονομήσει είχαν κληρονομηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κληρονομώ θα κληρονομούμαι
εσύ — you θα κληρονομείς θα κληρονομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κληρονομεί θα κληρονομείται
εμείς — we θα κληρονομούμε θα κληρονομούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα κληρονομείτε θα κληρονομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κληρονομούν(ε) θα κληρονομούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα κληρονομήσω θα κληρονομηθώ
εσύ — you θα κληρονομήσεις θα κληρονομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα κληρονομήσει θα κληρονομηθεί
εμείς — we θα κληρονομήσουμε θα κληρονομηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα κληρονομήσετε θα κληρονομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα κληρονομήσουν(ε) θα κληρονομηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω κληρονομήσει θα έχω κληρονομηθεί
εσύ — you θα έχεις κληρονομήσει θα έχεις κληρονομηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει κληρονομήσει θα έχει κληρονομηθεί
εμείς — we θα έχουμε κληρονομήσει θα έχουμε κληρονομηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε κληρονομήσει θα έχετε κληρονομηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν κληρονομήσει θα έχουν κληρονομηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κληρονομώ να κληρονομούμαι
εσύ — you να κληρονομείς να κληρονομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κληρονομεί να κληρονομείται
εμείς — we να κληρονομούμε να κληρονομούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να κληρονομείτε να κληρονομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κληρονομούν(ε) να κληρονομούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να κληρονομήσω να κληρονομηθώ
εσύ — you να κληρονομήσεις να κληρονομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να κληρονομήσει να κληρονομηθεί
εμείς — we να κληρονομήσουμε, να κληρονομήσομε να κληρονομηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να κληρονομήσετε να κληρονομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να κληρονομήσουν(ε) να κληρονομηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω κληρονομήσει να έχω κληρονομηθεί
εσύ — you να έχεις κληρονομήσει να έχεις κληρονομηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει κληρονομήσει να έχει κληρονομηθεί
εμείς — we να έχουμε κληρονομήσει να έχουμε κληρονομηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε κληρονομήσει να έχετε κληρονομηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν κληρονομήσει να έχουν κληρονομηθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous — κληρονομείτε — —
Simple κληρονόμησε κληρονομήστε — —

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Κληρονομώ means to inherit property or traits. The passive describes what is inherited; its personal forms need an appropriate context. Rare second-person passive imperfect forms are omitted; κληρονομείτο / κληρονομούντο are learned alternatives.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Το χαρακτηριστικό αυτό κληρονομείται.

This trait is inherited.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — κληρονομώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/klironomo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /klironomo/