Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek verb conjugation
αναβάλλω · to postpone; to put off
Passive: αναβάλλομαι.
Η συνάντηση αναβλήθηκε. — The meeting was postponed.
Spelling: Double λλ marks the present stem: αναβάλλω / ανέβαλλα / θα αναβάλλω. The perfective stem has one λ: ανέβαλα / θα αναβάλω / έχω αναβάλει.
Ordinary perfect: έχει αναβληθεί means has been postponed. The learned participle αναβεβλημένος is uncommon in everyday Greek and is not presented as an interchangeable passive perfect.
Each table lists the six persons. Commas separate alternatives; parentheses show an optional ending. On small screens, swipe across the table.
Indicative · Οριστική
Present · Ενεστώτας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | αναβάλλω | αναβάλλομαι |
| εσύ · you | αναβάλλεις | αναβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | αναβάλλει | αναβάλλεται |
| εμείς · we | αναβάλλουμε, αναβάλλομε | αναβαλλόμαστε |
| εσείς · you | αναβάλλετε | αναβάλλεστε, αναβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | αναβάλλουν(ε) | αναβάλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέβαλλα | αναβαλλόμουν(α) |
| εσύ · you | ανέβαλλες | αναβαλλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέβαλλε | αναβαλλόταν(ε) |
| εμείς · we | αναβάλλαμε | αναβαλλόμαστε |
| εσείς · you | αναβάλλατε | αναβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέβαλλαν, αναβάλλαν(ε) | αναβάλλονταν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | ανέβαλα | αναβλήθηκα |
| εσύ · you | ανέβαλες | αναβλήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | ανέβαλε | αναβλήθηκε |
| εμείς · we | αναβάλαμε | αναβληθήκαμε |
| εσείς · you | αναβάλατε | αναβληθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | ανέβαλαν, αναβάλαν(ε) | αναβλήθηκαν, αναβληθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | έχω αναβάλει | έχω αναβληθεί |
| εσύ · you | έχεις αναβάλει | έχεις αναβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | έχει αναβάλει | έχει αναβληθεί |
| εμείς · we | έχουμε αναβάλει | έχουμε αναβληθεί |
| εσείς · you | έχετε αναβάλει | έχετε αναβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | έχουν αναβάλει | έχουν αναβληθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | είχα αναβάλει | είχα αναβληθεί |
| εσύ · you | είχες αναβάλει | είχες αναβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | είχε αναβάλει | είχε αναβληθεί |
| εμείς · we | είχαμε αναβάλει | είχαμε αναβληθεί |
| εσείς · you | είχατε αναβάλει | είχατε αναβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | είχαν αναβάλει | είχαν αναβληθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναβάλλω | θα αναβάλλομαι |
| εσύ · you | θα αναβάλλεις | θα αναβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναβάλλει | θα αναβάλλεται |
| εμείς · we | θα αναβάλλουμε, θα αναβάλλομε | θα αναβαλλόμαστε |
| εσείς · you | θα αναβάλλετε | θα αναβάλλεστε, θα αναβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναβάλλουν(ε) | θα αναβάλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα αναβάλω | θα αναβληθώ |
| εσύ · you | θα αναβάλεις | θα αναβληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα αναβάλει | θα αναβληθεί |
| εμείς · we | θα αναβάλουμε, θα αναβάλομε | θα αναβληθούμε |
| εσείς · you | θα αναβάλετε | θα αναβληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα αναβάλουν(ε) | θα αναβληθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | θα έχω αναβάλει | θα έχω αναβληθεί |
| εσύ · you | θα έχεις αναβάλει | θα έχεις αναβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | θα έχει αναβάλει | θα έχει αναβληθεί |
| εμείς · we | θα έχουμε αναβάλει | θα έχουμε αναβληθεί |
| εσείς · you | θα έχετε αναβάλει | θα έχετε αναβάλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | θα έχουν αναβάλει | θα έχουν αναβληθεί |
Subjunctive · Υποτακτική
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναβάλλω | να αναβάλλομαι |
| εσύ · you | να αναβάλλεις | να αναβάλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναβάλλει | να αναβάλλεται |
| εμείς · we | να αναβάλλουμε, να αναβάλλομε | να αναβαλλόμαστε |
| εσείς · you | να αναβάλλετε | να αναβάλλεστε, να αναβαλλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναβάλλουνε | να αναβάλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να αναβάλω | να αναβληθώ |
| εσύ · you | να αναβάλεις | να αναβληθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να αναβάλει | να αναβληθεί |
| εμείς · we | να αναβάλουμε | να αναβληθούμε |
| εσείς · you | να αναβάλετε | να αναβληθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να αναβάλουν(ε) | να αναβληθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Person · Πρόσωπο | Active · Ενεργητική | Passive · Παθητική |
|---|---|---|
| εγώ · I | να έχω αναβάλει | να έχω αναβληθεί |
| εσύ · you | να έχεις αναβάλει | να έχεις αναβληθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό · he / she / it | να έχει αναβάλει | να έχει αναβληθεί |
| εμείς · we | να έχουμε αναβάλει | να έχουμε αναβληθεί |
| εσείς · you | να έχετε αναβάλει | να έχετε αναβληθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά · they | να έχουν αναβάλει | να έχουν αναβληθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous active: ανάβαλλε / αναβάλλετε.
Simple active: ανάβαλε / αναβάλετε.
Ανάβαλε τη συνάντηση για αύριο. — Postpone the meeting until tomorrow.
No augment in the affirmative command: ανάβαλε (postpone!), compared with indicative ανέβαλε (he/she postponed). The passive plural imperative αναβληθείτε is context-dependent and unusual as an everyday instruction.
Other forms · Άλλοι τύποι
Present participles: αναβάλλοντας; formal passive αναβαλλόμενος, αναβαλλόμενη, αναβαλλόμενο.
Perfect participial constructions: έχοντας αναβάλει / έχοντας αναβληθεί.
Learned participle: αναβεβλημένος, αναβεβλημένη, αναβεβλημένο; uncommon outside learned/older usage.
Invariant compound-tense forms: αναβάλει / αναβληθεί; not independently used infinitives.
https://moderngreekverbs.com/anaballo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.