Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παραγγέλλω means to order goods or food, or give instructions. The passive means to be ordered.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παραγγέλλω | παραγγέλλομαι |
| εσύ — you | παραγγέλλεις | παραγγέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παραγγέλλει | παραγγέλλεται |
| εμείς — we | παραγγέλλουμε, παραγγέλλομε | παραγγελλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | παραγγέλλετε | παραγγέλλεστε, παραγγελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παραγγέλλουν(ε) | παραγγέλλονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παράγγελλα, παρήγγελλα | παραγγελλόμουν(α) |
| εσύ — you | παράγγελλες, παρήγγελλες | παραγγελλόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παράγγελλε, παρήγγελλε | παραγγελλόταν(ε) |
| εμείς — we | παραγγέλλαμε | παραγγελλόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | παραγγέλλατε | παραγγελλόσαστε, παραγγελλόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παράγγελλαν, παραγγέλλαν(ε), παρήγγελλαν | παραγγέλλονταν, παραγγελλόντανε, παραγγελλόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | παράγγειλα, παρήγγειλα | παραγγέλθηκα |
| εσύ — you | παράγγειλες, παρήγγειλες | παραγγέλθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παράγγειλε, παρήγγειλε | παραγγέλθηκε |
| εμείς — we | παραγγείλαμε | παραγγελθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παραγγείλατε | παραγγελθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παράγγειλαν, παραγγείλαν(ε), παρήγγειλαν | παραγγέλθηκαν, παραγγελθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω παραγγείλει | έχω παραγγελθεί |
| εσύ — you | έχεις παραγγείλει | έχεις παραγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παραγγείλει | έχει παραγγελθεί |
| εμείς — we | έχουμε παραγγείλει | έχουμε παραγγελθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παραγγείλει | έχετε παραγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παραγγείλει | έχουν παραγγελθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα παραγγείλει | είχα παραγγελθεί |
| εσύ — you | είχες παραγγείλει | είχες παραγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παραγγείλει | είχε παραγγελθεί |
| εμείς — we | είχαμε παραγγείλει | είχαμε παραγγελθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παραγγείλει | είχατε παραγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παραγγείλει | είχαν παραγγελθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παραγγέλλω | θα παραγγέλλομαι |
| εσύ — you | θα παραγγέλλεις | θα παραγγέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παραγγέλλει | θα παραγγέλλεται |
| εμείς — we | θα παραγγέλλουμε, θα παραγγέλλομε | θα παραγγελλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παραγγέλλετε | θα παραγγέλλεστε, θα παραγγελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παραγγέλλουν(ε) | θα παραγγέλλονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα παραγγείλω | θα παραγγελθώ |
| εσύ — you | θα παραγγείλεις | θα παραγγελθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παραγγείλει | θα παραγγελθεί |
| εμείς — we | θα παραγγείλουμε, θα παραγγείλομε | θα παραγγελθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παραγγείλετε | θα παραγγελθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παραγγείλουν(ε) | θα παραγγελθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παραγγείλει | θα έχω παραγγελθεί |
| εσύ — you | θα έχεις παραγγείλει | θα έχεις παραγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παραγγείλει | θα έχει παραγγελθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε παραγγείλει | θα έχουμε παραγγελθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παραγγείλει | θα έχετε παραγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παραγγείλει | θα έχουν παραγγελθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παραγγέλλω | να παραγγέλλομαι |
| εσύ — you | να παραγγέλλεις | να παραγγέλλεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παραγγέλλει | να παραγγέλλεται |
| εμείς — we | να παραγγέλλουμε, να παραγγέλλομε | να παραγγελλόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παραγγέλλετε | να παραγγέλλεστε, να παραγγελλόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παραγγέλλουν(ε) | να παραγγέλλονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να παραγγείλω | να παραγγελθώ |
| εσύ — you | να παραγγείλεις | να παραγγελθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παραγγείλει | να παραγγελθεί |
| εμείς — we | να παραγγείλουμε, να παραγγείλομε | να παραγγελθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παραγγείλετε | να παραγγελθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παραγγείλουν(ε) | να παραγγελθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω παραγγείλει | να έχω παραγγελθεί |
| εσύ — you | να έχεις παραγγείλει | να έχεις παραγγελθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παραγγείλει | να έχει παραγγελθεί |
| εμείς — we | να έχουμε παραγγείλει | να έχουμε παραγγελθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παραγγείλει | να έχετε παραγγελθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παραγγείλει | να έχουν παραγγελθεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: παράγγελλε / παραγγέλλετε.
Simple: παράγγειλε (εσύ); παραγγείλτε, παραγγείλετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
- Continuous: παραγγέλλω, παράγγελλα / παρήγγελλα. Perfective: παράγγειλα / παρήγγειλα, θα παραγγείλω, έχω παραγγείλει.
Παράγγειλα έναν καφέ.
I ordered a coffee.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παραγγέλλω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/paraggello/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/paraggello/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.