Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
παρακαλώ / παρακαλάω means to ask, request, or beg. παρακαλώ also functions as a polite expression.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παρακαλώ |
| εσύ — you | παρακαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρακαλεί |
| εμείς — we | παρακαλούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρακαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρακαλούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παρακαλούσα |
| εσύ — you | παρακαλούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρακαλούσε |
| εμείς — we | παρακαλούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρακαλούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρακαλούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | παρακάλεσα |
| εσύ — you | παρακάλεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | παρακάλεσε |
| εμείς — we | παρακαλέσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | παρακαλέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | παρακάλεσαν, παρακαλέσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω παρακαλέσει |
| εσύ — you | έχεις παρακαλέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει παρακαλέσει |
| εμείς — we | έχουμε παρακαλέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε παρακαλέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν παρακαλέσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα παρακαλέσει |
| εσύ — you | είχες παρακαλέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε παρακαλέσει |
| εμείς — we | είχαμε παρακαλέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε παρακαλέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν παρακαλέσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα παρακαλώ |
| εσύ — you | θα παρακαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρακαλεί |
| εμείς — we | θα παρακαλούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρακαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρακαλούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα παρακαλέσω |
| εσύ — you | θα παρακαλέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα παρακαλέσει |
| εμείς — we | θα παρακαλέσουμε, θα παρακαλέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα παρακαλέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα παρακαλέσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω παρακαλέσει |
| εσύ — you | θα έχεις παρακαλέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει παρακαλέσει |
| εμείς — we | θα έχουμε παρακαλέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε παρακαλέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν παρακαλέσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να παρακαλώ |
| εσύ — you | να παρακαλείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρακαλεί |
| εμείς — we | να παρακαλούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρακαλείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρακαλούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να παρακαλέσω |
| εσύ — you | να παρακαλέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να παρακαλέσει |
| εμείς — we | να παρακαλέσουμε, να παρακαλέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να παρακαλέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να παρακαλέσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω παρακαλέσει |
| εσύ — you | να έχεις παρακαλέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει παρακαλέσει |
| εμείς — we | να έχουμε παρακαλέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε παρακαλέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν παρακαλέσει |
Imperative · Προστακτική
Simple: παρακάλεσε (εσύ); παρακαλέστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- As a polite expression, παρακαλώ can mean “please”, “you are welcome”, or “pardon?”, depending on context.
- Perfective: παρακάλεσα, θα παρακαλέσω, έχω παρακαλέσει.
Έναν καφέ, παρακαλώ.
A coffee, please.
Τον παρακάλεσα να περιμένει.
I asked him to wait.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρακαλώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parakalo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/parakalo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.