Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

παρακαλάω — to ask; to request; to beg

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

παρακαλώ / παρακαλάω means to ask, request, or beg. παρακαλώ also functions as a polite expression.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I παρακαλάω, παρακαλώ
εσύ — you παρακαλάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρακαλάει, παρακαλά
εμείς — we παρακαλάμε, παρακαλούμε
εσείς — you (plural / polite) παρακαλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρακαλάν(ε), παρακαλούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I παρακαλούσα, παρακάλαγα
εσύ — you παρακαλούσες, παρακάλαγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρακαλούσε, παρακάλαγε
εμείς — we παρακαλούσαμε, παρακαλάγαμε
εσείς — you (plural / polite) παρακαλούσατε, παρακαλάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρακαλούσαν(ε), παρακάλαγαν, παρακαλάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I παρακάλεσα
εσύ — you παρακάλεσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it παρακάλεσε
εμείς — we παρακαλέσαμε
εσείς — you (plural / polite) παρακαλέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they παρακάλεσαν, παρακαλέσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω παρακαλέσει
εσύ — you έχεις παρακαλέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει παρακαλέσει
εμείς — we έχουμε παρακαλέσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε παρακαλέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν παρακαλέσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα παρακαλέσει
εσύ — you είχες παρακαλέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε παρακαλέσει
εμείς — we είχαμε παρακαλέσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε παρακαλέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν παρακαλέσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα παρακαλάω, θα παρακαλώ
εσύ — you θα παρακαλάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρακαλάει, θα παρακαλά
εμείς — we θα παρακαλάμε, θα παρακαλούμε
εσείς — you (plural / polite) θα παρακαλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρακαλάν(ε), θα παρακαλούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα παρακαλέσω
εσύ — you θα παρακαλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα παρακαλέσει
εμείς — we θα παρακαλέσουμε, θα παρακαλέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα παρακαλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα παρακαλέσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω παρακαλέσει
εσύ — you θα έχεις παρακαλέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει παρακαλέσει
εμείς — we θα έχουμε παρακαλέσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε παρακαλέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν παρακαλέσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να παρακαλάω, να παρακαλώ
εσύ — you να παρακαλάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρακαλάει, να παρακαλά
εμείς — we να παρακαλάμε, να παρακαλούμε
εσείς — you (plural / polite) να παρακαλάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρακαλάν(ε), να παρακαλούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να παρακαλέσω
εσύ — you να παρακαλέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να παρακαλέσει
εμείς — we να παρακαλέσουμε, να παρακαλέσομε
εσείς — you (plural / polite) να παρακαλέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να παρακαλέσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω παρακαλέσει
εσύ — you να έχεις παρακαλέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει παρακαλέσει
εμείς — we να έχουμε παρακαλέσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε παρακαλέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν παρακαλέσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: παρακάλα / παρακαλάτε.

Simple: παρακάλεσε (εσύ); παρακαλέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • As a polite expression, παρακαλώ can mean “please”, “you are welcome”, or “pardon?”, depending on context.
  • Perfective: παρακάλεσα, θα παρακαλέσω, έχω παρακαλέσει.

Έναν καφέ, παρακαλώ.

A coffee, please.

Τον παρακάλεσα να περιμένει.

I asked him to wait.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — παρακαλώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/parakalao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /parakalao/