Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Everyday Greek · Core 100
μπορώ: core forms & usage
can; to be able to
Use μπορώ να before another verb. The perfective forms are μπόρεσα and θα μπορέσω, with ε rather than η.
Μπορώ να σε βοηθήσω αύριο.
I can help you tomorrow.
Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.
See the six persons in each core tense
Present
| Person | Forms |
|---|---|
| I | μπορώ |
| you (singular) | μπορείς |
| he / she / it | μπορεί |
| we | μπορούμε |
| you (plural or polite) | μπορείτε |
| they | μπορούν, μπορούνε |
Imperfect
| Person | Forms |
|---|---|
| I | μπορούσα |
| you (singular) | μπορούσες |
| he / she / it | μπορούσε |
| we | μπορούσαμε |
| you (plural or polite) | μπορούσατε |
| they | μπορούσαν, μπορούσανε |
Simple past (aorist)
| Person | Forms |
|---|---|
| I | μπόρεσα |
| you (singular) | μπόρεσες |
| he / she / it | μπόρεσε |
| we | μπορέσαμε |
| you (plural or polite) | μπορέσατε |
| they | μπόρεσαν, μπορέσανε |
Simple future
| Person | Forms |
|---|---|
| I | θα μπορέσω |
| you (singular) | θα μπορέσεις |
| he / she / it | θα μπορέσει |
| we | θα μπορέσουμε, θα μπορέσομε |
| you (plural or polite) | θα μπορέσετε |
| they | θα μπορέσουν, θα μπορέσουνε |
See this verb in use
Μπορώ να βοηθήσω.
I can help.
Μπορώ changes with the person: μπορώ, I can; μπορείς, you can. Follow it with να and the action: μπορείς να βοηθήσεις; means “can you help?”
Compare the meanings: θέλω (thelo) — to want · πρέπει (prepei) — must, ought to, have to
μπορώ means can or be able to, normally followed by να and a verb.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μπορώ |
| εσύ — you | μπορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μπορεί |
| εμείς — we | μπορούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μπορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μπορούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μπορούσα |
| εσύ — you | μπορούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μπορούσε |
| εμείς — we | μπορούσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μπορούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μπορούσαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | μπόρεσα |
| εσύ — you | μπόρεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | μπόρεσε |
| εμείς — we | μπορέσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | μπορέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | μπόρεσαν, μπορέσανε |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω μπορέσει |
| εσύ — you | έχεις μπορέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει μπορέσει |
| εμείς — we | έχουμε μπορέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε μπορέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν μπορέσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα μπορέσει |
| εσύ — you | είχες μπορέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε μπορέσει |
| εμείς — we | είχαμε μπορέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε μπορέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν μπορέσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μπορώ |
| εσύ — you | θα μπορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μπορεί |
| εμείς — we | θα μπορούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μπορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μπορούνε |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα μπορέσω |
| εσύ — you | θα μπορέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα μπορέσει |
| εμείς — we | θα μπορέσουμε, θα μπορέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα μπορέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα μπορέσουνε |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω μπορέσει |
| εσύ — you | θα έχεις μπορέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει μπορέσει |
| εμείς — we | θα έχουμε μπορέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε μπορέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν μπορέσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μπορώ |
| εσύ — you | να μπορείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μπορεί |
| εμείς — we | να μπορούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μπορείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μπορούνε |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να μπορέσω |
| εσύ — you | να μπορέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να μπορέσει |
| εμείς — we | να μπορέσουμε, να μπορέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να μπορέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να μπορέσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω μπορέσει |
| εσύ — you | να έχεις μπορέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει μπορέσει |
| εμείς — we | να έχουμε μπορέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε μπορέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν μπορέσει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- μπορούσα describes past ability or possibility; μπόρεσα often means that someone managed to do something on an occasion.
- Direct positive commands are uncommon. Requests commonly use Μπορείς να…; or Μπορείτε να…;
Μπορώ να σε βοηθήσω.
I can help you.
Δεν μπόρεσα να έρθω.
I could not come.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μπορώ.
https://moderngreekverbs.com/mporo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
1 thought on “μπορώ — can; to be able to”
Comments are closed.