μπερδεύω (mperdeuo) — to confuse; to mix up; to entangle

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

μπερδεύω means to confuse, mix up, or entangle. μπερδεύομαι means to get confused or tangled up.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μπερδεύω μπερδεύομαι
εσύ — you μπερδεύεις μπερδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μπερδεύει μπερδεύεται
εμείς — we μπερδεύουμε, μπερδεύομε μπερδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) μπερδεύετε μπερδεύεστε, μπερδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μπερδεύουν(ε) μπερδεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μπέρδευα μπερδευόμουν(α)
εσύ — you μπέρδευες μπερδευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μπέρδευε μπερδευόταν(ε)
εμείς — we μπερδεύαμε μπερδευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) μπερδεύατε μπερδευόσαστε, μπερδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they μπέρδευαν, μπερδεύαν(ε) μπερδεύονταν, μπερδευόντανε, μπερδευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I μπέρδεψα μπερδεύτηκα
εσύ — you μπέρδεψες μπερδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it μπέρδεψε μπερδεύτηκε
εμείς — we μπερδέψαμε μπερδευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) μπερδέψατε μπερδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they μπέρδεψαν, μπερδέψαν(ε) μπερδεύτηκαν, μπερδευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω μπερδέψει έχω μπερδευτεί
εσύ — you έχεις μπερδέψει έχεις μπερδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει μπερδέψει έχει μπερδευτεί
εμείς — we έχουμε μπερδέψει έχουμε μπερδευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε μπερδέψει έχετε μπερδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν μπερδέψει έχουν μπερδευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα μπερδέψει είχα μπερδευτεί
εσύ — you είχες μπερδέψει είχες μπερδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε μπερδέψει είχε μπερδευτεί
εμείς — we είχαμε μπερδέψει είχαμε μπερδευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε μπερδέψει είχατε μπερδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν μπερδέψει είχαν μπερδευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μπερδεύω θα μπερδεύομαι
εσύ — you θα μπερδεύεις θα μπερδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μπερδεύει θα μπερδεύεται
εμείς — we θα μπερδεύουμε, θα μπερδεύομε θα μπερδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα μπερδεύετε θα μπερδεύεστε, θα μπερδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μπερδεύουν(ε) θα μπερδεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα μπερδέψω θα μπερδευτώ
εσύ — you θα μπερδέψεις θα μπερδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα μπερδέψει θα μπερδευτεί
εμείς — we θα μπερδέψουμε, θα μπερδέψομε θα μπερδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα μπερδέψετε θα μπερδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα μπερδέψουν(ε) θα μπερδευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω μπερδέψει θα έχω μπερδευτεί
εσύ — you θα έχεις μπερδέψει θα έχεις μπερδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει μπερδέψει θα έχει μπερδευτεί
εμείς — we θα έχουμε μπερδέψει θα έχουμε μπερδευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε μπερδέψει θα έχετε μπερδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν μπερδέψει θα έχουν μπερδευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μπερδεύω να μπερδεύομαι
εσύ — you να μπερδεύεις να μπερδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μπερδεύει να μπερδεύεται
εμείς — we να μπερδεύουμε, να μπερδεύομε να μπερδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να μπερδεύετε να μπερδεύεστε, να μπερδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μπερδεύουν(ε) να μπερδεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να μπερδέψω να μπερδευτώ
εσύ — you να μπερδέψεις να μπερδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να μπερδέψει να μπερδευτεί
εμείς — we να μπερδέψουμε, να μπερδέψομε να μπερδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να μπερδέψετε να μπερδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να μπερδέψουν(ε) να μπερδευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω μπερδέψει να έχω μπερδευτεί
εσύ — you να έχεις μπερδέψει να έχεις μπερδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει μπερδέψει να έχει μπερδευτεί
εμείς — we να έχουμε μπερδέψει να έχουμε μπερδευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε μπερδέψει να έχετε μπερδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν μπερδέψει να έχουν μπερδευτεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous μπέρδευε μπερδεύετε — μπερδεύεστε
Simple μπέρδεψε μπερδέψτε μπερδέψου μπερδευτείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Μπέρδεψα τα ονόματα.

I mixed up the names.

Μπερδεύτηκα με τις οδηγίες.

I got confused by the instructions.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — μπερδεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/mperdeuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /mperdeuo/