Mpainw

Mpainw

ΜΠΑΙΝΩ
I go in
Active/Middle
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
μπαίνω μπαίνουμε, μπαίνομε
μπαίνεις μπαίνετε
μπαίνει μπαίνουν(ε)
Imper
fect
έμπαινα μπαίναμε
έμπαινες μπαίνατε
έμπαινε έμπαιναν, μπαίναν(ε)
Aorist μπήκα μπήκαμε
μπήκες μπήκατε
μπήκε μπήκαν(ε)
Per
fect
έχω μπεί,
(είμαι μπασμένος, -η)
έχουμε μπεί,
(είμαστε μπασμένοι, -ες)
έχεις μπεί
(είσαι μπασμένος, -η)
έχετε μπεί
(είστε μπασμένοι, -ες)
έχει μπεί
(είναι μπασμένος, -η, -ο)
έχουν μπεί
(είναι μπασμένοι, -ες, -α)
Plu
per
fect
είχα μπεί
(ήμουν μπασμένος, -η)
είχαμε μπεί
(ήμαστε μπασμένοι, -ες)
είχες μπεί
(ήσουν μπασμένος, -η)
είχατε μπεί
(ήσαστε μπασμένοι, -ες)
είχε μπεί
(ήταν μπασμένος, -η, -ο)
είχαν μπεί
(ήταν μπασμένοι, -ες, -α)
Fut
ure
Cont
inuous
θα μπαίνω θα μπαίνουμε
θα μπαίνεις θα μπαίνετε
θα μπγαίνει θα μπγαίνουν
Simp
Fut
θα μπω θα μπούμε
θα μπείς θα μπείτε
θα μπεί θα μπούν
Fut
Perf
θα έχω μπεί
(θα είμαι μπασμένος, -η)
θα έχουμε μπεί
(θα είμαστε μπασμένοι, -ες)
θα έχεις μπεί
(θα είσαι μπασμένος, -η)
θα έχετε μπεί
(θα είστε μπασμένοι, -ες, -ο)
θα έχει μπεί
(θα είναι μπασμένος, -η, -ο)
θα έχουν μπεί
(θα είναι μπασμένοι, -ες, -α)
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να μπαίνω να μπαίνουμε
να μπαίνεις να μπαίνετε
να μπαίνει να μπαίνουν
Aorist να μπω να μπούμε
να μπείς να μπείτε
να μπεί να μπούν
Perf να έχω μπεί
(να είμαι μπασμένος, -η)
να έχουμε μπεί
(να είμαστε μπασμένοι, -ες)
να έχεις μπεί
(να είσαι μπασμένος, -η)
να έχετε μπεί
(να είστε μπασμένοι, -ες)
να έχει μπεί
(να είναι μπασμένος, -η, -ο)
να έχουν μπεί
(να είναι μπασμένοι, -ες, -α)
Imper
ative
Pres μπαίνε μπαίνετε
Aorist μπες, έμπα μπείτε
Part Perf μπασμένος, -η, -ο μπασμένοι, -ες, -α
Ger
und
Pres μπαίνοντας
Perf έχοντας μπει, (όντας μπασμένος)
Infin Aorist μπεί

 

2017-03-22T01:56:04+00:00