Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
δακτυλογραφώ means “to type” a text on a keyboard or typewriter. Passive forms describe a text being typed.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δακτυλογραφώ | δακτυλογραφούμαι |
| εσύ — you | δακτυλογραφείς | δακτυλογραφείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δακτυλογραφεί | δακτυλογραφείται |
| εμείς — we | δακτυλογραφούμε | δακτυλογραφούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | δακτυλογραφείτε | δακτυλογραφείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δακτυλογραφούν(ε) | δακτυλογραφούνται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δακτυλογραφούσα | δακτυλογραφούμουν |
| εσύ — you | δακτυλογραφούσες | δακτυλογραφούσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δακτυλογραφούσε | δακτυλογραφούνταν, δακτυλογραφείτο |
| εμείς — we | δακτυλογραφούσαμε | δακτυλογραφούμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | δακτυλογραφούσατε | δακτυλογραφούσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δακτυλογραφούσαν(ε) | δακτυλογραφούνταν, δακτυλογραφούντο |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | δακτυλογράφησα | δακτυλογραφήθηκα |
| εσύ — you | δακτυλογράφησες | δακτυλογραφήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | δακτυλογράφησε | δακτυλογραφήθηκε |
| εμείς — we | δακτυλογραφήσαμε | δακτυλογραφηθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | δακτυλογραφήσατε | δακτυλογραφηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | δακτυλογράφησαν, δακτυλογραφήσαν(ε) | δακτυλογραφήθηκαν, δακτυλογραφηθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω δακτυλογραφήσει | έχω δακτυλογραφηθεί |
| εσύ — you | έχεις δακτυλογραφήσει | έχεις δακτυλογραφηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει δακτυλογραφήσει | έχει δακτυλογραφηθεί |
| εμείς — we | έχουμε δακτυλογραφήσει | έχουμε δακτυλογραφηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε δακτυλογραφήσει | έχετε δακτυλογραφηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν δακτυλογραφήσει | έχουν δακτυλογραφηθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα δακτυλογραφήσει | είχα δακτυλογραφηθεί |
| εσύ — you | είχες δακτυλογραφήσει | είχες δακτυλογραφηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε δακτυλογραφήσει | είχε δακτυλογραφηθεί |
| εμείς — we | είχαμε δακτυλογραφήσει | είχαμε δακτυλογραφηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε δακτυλογραφήσει | είχατε δακτυλογραφηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν δακτυλογραφήσει | είχαν δακτυλογραφηθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δακτυλογραφώ | θα δακτυλογραφούμαι |
| εσύ — you | θα δακτυλογραφείς | θα δακτυλογραφείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δακτυλογραφεί | θα δακτυλογραφείται |
| εμείς — we | θα δακτυλογραφούμε | θα δακτυλογραφούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δακτυλογραφείτε | θα δακτυλογραφείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δακτυλογραφούν(ε) | θα δακτυλογραφούνται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα δακτυλογραφήσω | θα δακτυλογραφηθώ |
| εσύ — you | θα δακτυλογραφήσεις | θα δακτυλογραφηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα δακτυλογραφήσει | θα δακτυλογραφηθεί |
| εμείς — we | θα δακτυλογραφήσουμε | θα δακτυλογραφηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα δακτυλογραφήσετε | θα δακτυλογραφηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα δακτυλογραφήσουν(ε) | θα δακτυλογραφηθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω δακτυλογραφήσει | θα έχω δακτυλογραφηθεί |
| εσύ — you | θα έχεις δακτυλογραφήσει | θα έχεις δακτυλογραφηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει δακτυλογραφήσει | θα έχει δακτυλογραφηθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε δακτυλογραφήσει | θα έχουμε δακτυλογραφηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε δακτυλογραφήσει | θα έχετε δακτυλογραφηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν δακτυλογραφήσει | θα έχουν δακτυλογραφηθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δακτυλογραφώ | να δακτυλογραφούμαι |
| εσύ — you | να δακτυλογραφείς | να δακτυλογραφείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δακτυλογραφεί | να δακτυλογραφείται |
| εμείς — we | να δακτυλογραφούμε | να δακτυλογραφούμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δακτυλογραφείτε | να δακτυλογραφείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δακτυλογραφούν(ε) | να δακτυλογραφούνται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να δακτυλογραφήσω | να δακτυλογραφηθώ |
| εσύ — you | να δακτυλογραφήσεις | να δακτυλογραφηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να δακτυλογραφήσει | να δακτυλογραφηθεί |
| εμείς — we | να δακτυλογραφήσουμε, να δακτυλογραφήσομε | να δακτυλογραφηθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να δακτυλογραφήσετε | να δακτυλογραφηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να δακτυλογραφήσουν(ε) | να δακτυλογραφηθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω δακτυλογραφήσει | να έχω δακτυλογραφηθεί |
| εσύ — you | να έχεις δακτυλογραφήσει | να έχεις δακτυλογραφηθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει δακτυλογραφήσει | να έχει δακτυλογραφηθεί |
| εμείς — we | να έχουμε δακτυλογραφήσει | να έχουμε δακτυλογραφηθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε δακτυλογραφήσει | να έχετε δακτυλογραφηθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν δακτυλογραφήσει | να έχουν δακτυλογραφηθεί |
Imperative · Προστακτική
For a continuing action, use να δακτυλογραφείς (εσύ) or δακτυλογραφείτε (εσείς). Passive commands are uncommon.
Simple: δακτυλογράφησε (εσύ); δακτυλογραφήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Present participle: δακτυλογραφώντας. Result participle: δακτυλογραφημένος, δακτυλογραφημένη, δακτυλογραφημένο.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Δακτυλογράφησα το κείμενο στον υπολογιστή.
I typed the text on the computer.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δακτυλογραφώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/daktulografo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/daktulografo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.