Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

δακτυλογραφώ — to type

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

δακτυλογραφώ means “to type” a text on a keyboard or typewriter. Passive forms describe a text being typed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δακτυλογραφώ δακτυλογραφούμαι
εσύ — you δακτυλογραφείς δακτυλογραφείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δακτυλογραφεί δακτυλογραφείται
εμείς — we δακτυλογραφούμε δακτυλογραφούμαστε
εσείς — you (plural / polite) δακτυλογραφείτε δακτυλογραφείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δακτυλογραφούν(ε) δακτυλογραφούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δακτυλογραφούσα δακτυλογραφούμουν
εσύ — you δακτυλογραφούσες δακτυλογραφούσουν
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δακτυλογραφούσε δακτυλογραφούνταν, δακτυλογραφείτο
εμείς — we δακτυλογραφούσαμε δακτυλογραφούμασταν
εσείς — you (plural / polite) δακτυλογραφούσατε δακτυλογραφούσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they δακτυλογραφούσαν(ε) δακτυλογραφούνταν, δακτυλογραφούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I δακτυλογράφησα δακτυλογραφήθηκα
εσύ — you δακτυλογράφησες δακτυλογραφήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it δακτυλογράφησε δακτυλογραφήθηκε
εμείς — we δακτυλογραφήσαμε δακτυλογραφηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) δακτυλογραφήσατε δακτυλογραφηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they δακτυλογράφησαν, δακτυλογραφήσαν(ε) δακτυλογραφήθηκαν, δακτυλογραφηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω δακτυλογραφήσει έχω δακτυλογραφηθεί
εσύ — you έχεις δακτυλογραφήσει έχεις δακτυλογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει δακτυλογραφήσει έχει δακτυλογραφηθεί
εμείς — we έχουμε δακτυλογραφήσει έχουμε δακτυλογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε δακτυλογραφήσει έχετε δακτυλογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν δακτυλογραφήσει έχουν δακτυλογραφηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα δακτυλογραφήσει είχα δακτυλογραφηθεί
εσύ — you είχες δακτυλογραφήσει είχες δακτυλογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε δακτυλογραφήσει είχε δακτυλογραφηθεί
εμείς — we είχαμε δακτυλογραφήσει είχαμε δακτυλογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε δακτυλογραφήσει είχατε δακτυλογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν δακτυλογραφήσει είχαν δακτυλογραφηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δακτυλογραφώ θα δακτυλογραφούμαι
εσύ — you θα δακτυλογραφείς θα δακτυλογραφείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δακτυλογραφεί θα δακτυλογραφείται
εμείς — we θα δακτυλογραφούμε θα δακτυλογραφούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα δακτυλογραφείτε θα δακτυλογραφείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δακτυλογραφούν(ε) θα δακτυλογραφούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα δακτυλογραφήσω θα δακτυλογραφηθώ
εσύ — you θα δακτυλογραφήσεις θα δακτυλογραφηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα δακτυλογραφήσει θα δακτυλογραφηθεί
εμείς — we θα δακτυλογραφήσουμε θα δακτυλογραφηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα δακτυλογραφήσετε θα δακτυλογραφηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα δακτυλογραφήσουν(ε) θα δακτυλογραφηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω δακτυλογραφήσει θα έχω δακτυλογραφηθεί
εσύ — you θα έχεις δακτυλογραφήσει θα έχεις δακτυλογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει δακτυλογραφήσει θα έχει δακτυλογραφηθεί
εμείς — we θα έχουμε δακτυλογραφήσει θα έχουμε δακτυλογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε δακτυλογραφήσει θα έχετε δακτυλογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν δακτυλογραφήσει θα έχουν δακτυλογραφηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δακτυλογραφώ να δακτυλογραφούμαι
εσύ — you να δακτυλογραφείς να δακτυλογραφείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δακτυλογραφεί να δακτυλογραφείται
εμείς — we να δακτυλογραφούμε να δακτυλογραφούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να δακτυλογραφείτε να δακτυλογραφείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δακτυλογραφούν(ε) να δακτυλογραφούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να δακτυλογραφήσω να δακτυλογραφηθώ
εσύ — you να δακτυλογραφήσεις να δακτυλογραφηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να δακτυλογραφήσει να δακτυλογραφηθεί
εμείς — we να δακτυλογραφήσουμε, να δακτυλογραφήσομε να δακτυλογραφηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να δακτυλογραφήσετε να δακτυλογραφηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να δακτυλογραφήσουν(ε) να δακτυλογραφηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω δακτυλογραφήσει να έχω δακτυλογραφηθεί
εσύ — you να έχεις δακτυλογραφήσει να έχεις δακτυλογραφηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει δακτυλογραφήσει να έχει δακτυλογραφηθεί
εμείς — we να έχουμε δακτυλογραφήσει να έχουμε δακτυλογραφηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε δακτυλογραφήσει να έχετε δακτυλογραφηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν δακτυλογραφήσει να έχουν δακτυλογραφηθεί

Imperative · Προστακτική

For a continuing action, use να δακτυλογραφείς (εσύ) or δακτυλογραφείτε (εσείς). Passive commands are uncommon.

Simple: δακτυλογράφησε (εσύ); δακτυλογραφήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Present participle: δακτυλογραφώντας. Result participle: δακτυλογραφημένος, δακτυλογραφημένη, δακτυλογραφημένο.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Δακτυλογράφησα το κείμενο στον υπολογιστή.

I typed the text on the computer.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — δακτυλογραφώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/daktulografo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /daktulografo/