αρταίνω (artaino) — to season food, break a fast

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αρταίνω — to season food; to give non-fasting food

A traditional word. Depending on context, αρταίνομαι refers to eating food not permitted during a religious fast.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I αρταίνω αρταίνομαι
εσύ — you αρταίνεις αρταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρταίνει αρταίνεται
εμείς — we αρταίνουμε, αρταίνομε αρταινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) αρταίνετε αρταίνεστε, αρταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρταίνουν(ε) αρταίνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I άρταινα αρταινόμουν(α)
εσύ — you άρταινες αρταινόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άρταινε αρταινόταν(ε)
εμείς — we αρταίναμε αρταινόμασταν
εσείς — you (plural / polite) αρταίνατε αρταινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they άρταιναν, αρταίναν(ε) αρταίνονταν, αρταινόντανε, αρταινόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I άρτυσα αρτύθηκα
εσύ — you άρτυσες αρτύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it άρτυσε αρτύθηκε
εμείς — we αρτύσαμε αρτυθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) αρτύσατε αρτυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they άρτυσαν, αρτύσαν(ε) αρτύθηκαν, αρτυθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω αρτύσει έχω αρτυθεί
εσύ — you έχεις αρτύσει έχεις αρτυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αρτύσει έχει αρτυθεί
εμείς — we έχουμε αρτύσει έχουμε αρτυθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε αρτύσει έχετε αρτυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αρτύσει έχουν αρτυθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα αρτύσει είχα αρτυθεί
εσύ — you είχες αρτύσει είχες αρτυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αρτύσει είχε αρτυθεί
εμείς — we είχαμε αρτύσει είχαμε αρτυθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε αρτύσει είχατε αρτυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αρτύσει είχαν αρτυθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αρταίνω θα αρταίνομαι
εσύ — you θα αρταίνεις θα αρταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρταίνει θα αρταίνεται
εμείς — we θα αρταίνουμε, θα αρταίνομε θα αρταινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα αρταίνετε θα αρταίνεστε, θα αρταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρταίνουν(ε) θα αρταίνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα αρτύσω θα αρτυθώ
εσύ — you θα αρτύσεις θα αρτυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρτύσει θα αρτυθεί
εμείς — we θα αρτύσουμε, θα αρτύσομε θα αρτυθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα αρτύσετε θα αρτυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρτύσουν(ε) θα αρτυθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω αρτύσει θα έχω αρτυθεί
εσύ — you θα έχεις αρτύσει θα έχεις αρτυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αρτύσει θα έχει αρτυθεί
εμείς — we θα έχουμε αρτύσει θα έχουμε αρτυθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αρτύσει θα έχετε αρτυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αρτύσει θα έχουν αρτυθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αρταίνω να αρταίνομαι
εσύ — you να αρταίνεις να αρταίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρταίνει να αρταίνεται
εμείς — we να αρταίνουμε, να αρταίνομε να αρταινόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να αρταίνετε να αρταίνεστε, να αρταινόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρταίνουν(ε) να αρταίνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να αρτύσω να αρτυθώ
εσύ — you να αρτύσεις να αρτυθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρτύσει να αρτυθεί
εμείς — we να αρτύσουμε, να αρτύσομε να αρτυθούμε
εσείς — you (plural / polite) να αρτύσετε να αρτυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρτύσουν(ε) να αρτυθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω αρτύσει να έχω αρτυθεί
εσύ — you να έχεις αρτύσει να έχεις αρτυθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αρτύσει να έχει αρτυθεί
εμείς — we να έχουμε αρτύσει να έχουμε αρτυθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αρτύσει να έχετε αρτυθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αρτύσει να έχουν αρτυθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous άρταινε αρταίνετε να αρταίνεσαι (να-construction) αρταίνεστε
Simple άρτυσε αρτύστε αρτύσου αρτυθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • The spelling changes between the present αρταίνω and the perfective stem αρτυ-: άρτυσα, να αρτύσω, έχω αρτύσει.
  • The passive perfective series shown is αρτύθηκα / να αρτυθώ / έχω αρτυθεί.
  • αρταίνοντας — seasoning / breaking a fast; έχοντας αρτύσει — having seasoned.
  • αρτυμένος, αρτυμένη, αρτυμένο describes a state or result and agrees with its noun.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • Negative instructions: μην αρταίνεις / μην αρτύσεις.

Άρτυσε το φαγητό με μυρωδικά.

Season the food with herbs.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αρταίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/artaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /artaino/