Arrostaino

Arrostaino

ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΩ
I am sick
Active Middle
Singular Plural
I
N
D
I
C
A
T
I
V
E
Pres
ent
αρρωσταίνω αρρωσταίνουμε, αρρωσταίνομε
αρρωσταίνεις αρρωσταίνετε
αρρωσταίνει αρρωσταίνουν(ε)
Imper
fect
αρρώσταινα αρρωσταίναμε
αρρώσταινες αρρωσταίνατε
αρρώσταινε αρρώσταιναν, αρρωσταίναν(ε)
Aorist αρρώστησα αρρωστήσαμε
αρρώστησες αρρωστήσατε
αρρώστησε αρρώστησαν, αρρωστήσαν(ε)
Per
fect
έχω αρρωστήσει
έχω αρρωστημένο
έχουμε αρρωστήσει
έχουμε αρρωστημένο
έχεις αρρωστήσει
έχεις αρρωστημένο
έχετε αρρωστήσει
έχετε αρρωστημένο
έχει αρρωστήσει
έχει αρρωστημένο
έχουν αρρωστήσει
έχουν αρρωστημένο
Plu
per
fect
είχα αρρωστήσει
είχα αρρωστημένο
είχαμε αρρωστήσει
είχαμε αρρωστημένο
είχες αρρωστήσει
είχες αρρωστημένο
είχατε αρρωστήσει
είχατε αρρωστημένο
είχε αρρωστήσει
είχε αρρωστημένο
είχαν αρρωστήσει
είχαν αρρωστημένο
Fut
ure
Cont
inuous
θα αρρωσταίνω θα αρρωσταίνουμε, θα αρρωσταίνομε
θα αρρωσταίνεις θα αρρωσταίνετε
θα αρρωσταίνει θα αρρωσταίνουν(ε)
Simp
Fut
θα αρρωστήσω θα αρρωστήσουμε, θα αρρωστήσομε
θα αρρωστήσεις θα αρρωστήσετε
θα αρρωστήσει θα αρρωστήσουν(ε)
Fut
Perf
θα έχω αρρωστήσει
θα έχω αρρωστημένο
θα έχουμε αρρωστήσει
θα έχουμε αρρωστημένο
θα έχεις αρρωστήσει
θα έχεις αρρωστημένο
θα έχετε αρρωστήσει
θα έχετε αρρωστημένο
θα έχει αρρωστήσει
θα έχει αρρωστημένο
θα έχουν αρρωστήσει
θα έχουν αρρωστημένο
S
U
B
J
U
N
C
T
I
V
E
Pres
ent
να αρρωσταίνω να αρρωσταίνουμε, να αρρωσταίνομε
να αρρωσταίνεις να αρρωσταίνετε
να αρρωσταίνει να αρρωσταίνουν(ε)
Aorist να αρρωστήσω να αρρωστήσουμε, να αρρωστήσομε
να αρρωστήσεις να αρρωστήσετε
να αρρωστήσει να αρρωστήσουν(ε)
Perf να έχω αρρωστήσει
να έχω αρρωστημένο
να έχουμε αρρωστήσει
να έχουμε αρρωστημένο
να έχεις αρρωστήσει
να έχεις αρρωστημένο
να έχετε αρρωστήσει
να έχετε αρρωστημένο
να έχει αρρωστήσει
να έχει αρρωστημένο
να έχουν αρρωστήσει
να έχουν αρρωστημένο
Imper
ative
Pres αρρώσταινε αρρωσταίνετε
Aorist αρρώστησε αρρωστήστε
Part
iciple
Pres αρρωσταίνοντας
Perf έχοντας αρρωστήσει, αρρωστημένος
Infin Aorist αρρωστήσει


2017-03-22T01:54:15+00:00