Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

αρρωσταίνω — to fall ill, make ill

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

αρρωσταίνω — to fall ill; to be ill; to make someone ill

It can be intransitive (αρρωσταίνω) or transitive (κάτι με αρρωσταίνει).

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αρρωσταίνω
εσύ — you αρρωσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρρωσταίνει
εμείς — we αρρωσταίνουμε, αρρωσταίνομε
εσείς — you (plural / polite) αρρωσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρρωσταίνουν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αρρώσταινα
εσύ — you αρρώσταινες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρρώσταινε
εμείς — we αρρωσταίναμε
εσείς — you (plural / polite) αρρωσταίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρρώσταιναν, αρρωσταίναν(ε)

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I αρρώστησα
εσύ — you αρρώστησες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it αρρώστησε
εμείς — we αρρωστήσαμε
εσείς — you (plural / polite) αρρωστήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they αρρώστησαν, αρρωστήσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω αρρωστήσει
εσύ — you έχεις αρρωστήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει αρρωστήσει
εμείς — we έχουμε αρρωστήσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε αρρωστήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν αρρωστήσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα αρρωστήσει
εσύ — you είχες αρρωστήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε αρρωστήσει
εμείς — we είχαμε αρρωστήσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε αρρωστήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν αρρωστήσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αρρωσταίνω
εσύ — you θα αρρωσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρρωσταίνει
εμείς — we θα αρρωσταίνουμε, θα αρρωσταίνομε
εσείς — you (plural / polite) θα αρρωσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρρωσταίνουν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα αρρωστήσω
εσύ — you θα αρρωστήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα αρρωστήσει
εμείς — we θα αρρωστήσουμε, θα αρρωστήσομε
εσείς — you (plural / polite) θα αρρωστήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα αρρωστήσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω αρρωστήσει
εσύ — you θα έχεις αρρωστήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει αρρωστήσει
εμείς — we θα έχουμε αρρωστήσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε αρρωστήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν αρρωστήσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αρρωσταίνω
εσύ — you να αρρωσταίνεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρρωσταίνει
εμείς — we να αρρωσταίνουμε, να αρρωσταίνομε
εσείς — you (plural / polite) να αρρωσταίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρρωσταίνουν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να αρρωστήσω
εσύ — you να αρρωστήσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να αρρωστήσει
εμείς — we να αρρωστήσουμε, να αρρωστήσομε
εσείς — you (plural / polite) να αρρωστήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να αρρωστήσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω αρρωστήσει
εσύ — you να έχεις αρρωστήσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει αρρωστήσει
εμείς — we να έχουμε αρρωστήσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε αρρωστήσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν αρρωστήσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: αρρώσταινε / αρρωσταίνετε. Positive commands to fall ill are unusual; negative expressions are more natural.

Simple: αρρώστησε (εσύ); αρρωστήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Past: αρρώστησα; perfective dependent form: αρρωστήσει.
  • αρρωσταίνοντας — falling ill; έχοντας αρρωστήσει — having fallen ill.
  • Είμαι άρρωστος / άρρωστη is the ordinary way to describe being ill.
  • Αρρωστημένος, αρρωστημένη, αρρωστημένο is an adjective or participle; it often has a figurative meaning such as morbid or unhealthy. It is not a conjugated perfect-tense alternative.
  • Negative constructions: μην αρρωσταίνεις / μην αρρωστήσεις.

Αρρώστησε την περασμένη εβδομάδα.

He or she fell ill last week.

Το πολύ άγχος με αρρωσταίνει.

Too much stress makes me ill.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — αρρωσταίνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/arrostaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /arrostaino/