Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
λογικεύομαι means to become reasonable or come to one’s senses. For the general meaning “think”, use σκέφτομαι.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
λογικεύομαι |
| εσύ — you |
λογικεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
λογικεύεται |
| εμείς — we |
λογικευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
λογικεύεστε, λογικευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
λογικεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
λογικευόμουν(α) |
| εσύ — you |
λογικευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
λογικευόταν(ε) |
| εμείς — we |
λογικευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) |
λογικευόσαστε, λογικευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
λογικεύονταν, λογικευόντανε, λογικευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
λογικεύτηκα |
| εσύ — you |
λογικεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
λογικεύτηκε |
| εμείς — we |
λογικευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
λογικευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
λογικεύτηκαν, λογικευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
έχω λογικευτεί |
| εσύ — you |
έχεις λογικευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
έχει λογικευτεί |
| εμείς — we |
έχουμε λογικευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
έχετε λογικευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
έχουν λογικευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
είχα λογικευτεί |
| εσύ — you |
είχες λογικευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
είχε λογικευτεί |
| εμείς — we |
είχαμε λογικευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
είχατε λογικευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
είχαν λογικευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα λογικεύομαι |
| εσύ — you |
θα λογικεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα λογικεύεται |
| εμείς — we |
θα λογικευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα λογικεύεστε, θα λογικευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα λογικεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα λογικευτώ |
| εσύ — you |
θα λογικευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα λογικευτεί |
| εμείς — we |
θα λογικευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα λογικευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα λογικευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
θα έχω λογικευτεί |
| εσύ — you |
θα έχεις λογικευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
θα έχει λογικευτεί |
| εμείς — we |
θα έχουμε λογικευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
θα έχετε λογικευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
θα έχουν λογικευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να λογικεύομαι |
| εσύ — you |
να λογικεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να λογικεύεται |
| εμείς — we |
να λογικευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να λογικεύεστε, να λογικευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να λογικεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να λογικευτώ |
| εσύ — you |
να λογικευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να λογικευτεί |
| εμείς — we |
να λογικευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) |
να λογικευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να λογικευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person |
Form |
| εγώ — I |
να έχω λογικευτεί |
| εσύ — you |
να έχεις λογικευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it |
να έχει λογικευτεί |
| εμείς — we |
να έχουμε λογικευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) |
να έχετε λογικευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they |
να έχουν λογικευτεί |
Imperative · Προστακτική
Simple: λογικέψου (εσύ); λογικευτείτε (εσείς).
Make this verb part of your Greek
Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.
Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.