Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

λογικεύομαι — to become reasonable; to come to one’s senses

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

λογικεύομαι means to become reasonable or come to one’s senses. For the general meaning “think”, use σκέφτομαι.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λογικεύομαι
εσύ — you λογικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λογικεύεται
εμείς — we λογικευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) λογικεύεστε, λογικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λογικεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λογικευόμουν(α)
εσύ — you λογικευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λογικευόταν(ε)
εμείς — we λογικευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) λογικευόσαστε, λογικευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they λογικεύονταν, λογικευόντανε, λογικευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I λογικεύτηκα
εσύ — you λογικεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it λογικεύτηκε
εμείς — we λογικευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) λογικευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they λογικεύτηκαν, λογικευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω λογικευτεί
εσύ — you έχεις λογικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει λογικευτεί
εμείς — we έχουμε λογικευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε λογικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν λογικευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα λογικευτεί
εσύ — you είχες λογικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε λογικευτεί
εμείς — we είχαμε λογικευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε λογικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν λογικευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λογικεύομαι
εσύ — you θα λογικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λογικεύεται
εμείς — we θα λογικευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα λογικεύεστε, θα λογικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λογικεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα λογικευτώ
εσύ — you θα λογικευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα λογικευτεί
εμείς — we θα λογικευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα λογικευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα λογικευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω λογικευτεί
εσύ — you θα έχεις λογικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει λογικευτεί
εμείς — we θα έχουμε λογικευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε λογικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν λογικευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λογικεύομαι
εσύ — you να λογικεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λογικεύεται
εμείς — we να λογικευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να λογικεύεστε, να λογικευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λογικεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να λογικευτώ
εσύ — you να λογικευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να λογικευτεί
εμείς — we να λογικευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να λογικευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να λογικευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω λογικευτεί
εσύ — you να έχεις λογικευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει λογικευτεί
εμείς — we να έχουμε λογικευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε λογικευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν λογικευτεί

Imperative · Προστακτική

Simple: λογικέψου (εσύ); λογικευτείτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • This verb has middle endings and an active meaning: the subject starts behaving reasonably.

Λογικέψου!

Be reasonable!

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — λογικεύομαι.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/logikeuomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /logikeuomai/