ζημιώνω (zimiono) — to damage

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ζημιώνω — to harm; cause a loss.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζημιώνω ζημιώνομαι
εσύ — you ζημιώνεις ζημιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζημιώνει ζημιώνεται
εμείς — we ζημιώνουμε, ζημιώνομε ζημιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ζημιώνετε ζημιώνεστε, ζημιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζημιώνουν(ε) ζημιώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζημίωνα ζημιωνόμουν(α)
εσύ — you ζημίωνες ζημιωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζημίωνε ζημιωνόταν(ε)
εμείς — we ζημιώναμε ζημιωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ζημιώνατε ζημιωνόσαστε, ζημιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζημίωναν, ζημιώναν(ε) ζημιώνονταν, ζημιωνόντανε, ζημιωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ζημίωσα ζημιώθηκα
εσύ — you ζημίωσες ζημιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ζημίωσε ζημιώθηκε
εμείς — we ζημιώσαμε ζημιωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ζημιώσατε ζημιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ζημίωσαν, ζημιώσαν(ε) ζημιώθηκαν, ζημιωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ζημιώσει έχω ζημιωθεί
εσύ — you έχεις ζημιώσει έχεις ζημιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ζημιώσει έχει ζημιωθεί
εμείς — we έχουμε ζημιώσει έχουμε ζημιωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ζημιώσει έχετε ζημιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ζημιώσει έχουν ζημιωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ζημιώσει είχα ζημιωθεί
εσύ — you είχες ζημιώσει είχες ζημιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ζημιώσει είχε ζημιωθεί
εμείς — we είχαμε ζημιώσει είχαμε ζημιωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ζημιώσει είχατε ζημιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ζημιώσει είχαν ζημιωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζημιώνω θα ζημιώνομαι
εσύ — you θα ζημιώνεις θα ζημιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζημιώνει θα ζημιώνεται
εμείς — we θα ζημιώνουμε, θα ζημιώνομε θα ζημιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ζημιώνετε θα ζημιώνεστε, θα ζημιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζημιώνουν(ε) θα ζημιώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ζημιώσω θα ζημιωθώ
εσύ — you θα ζημιώσεις θα ζημιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ζημιώσει θα ζημιωθεί
εμείς — we θα ζημιώσουμε, θα ζημιώσομε θα ζημιωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ζημιώσετε θα ζημιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ζημιώσουν θα ζημιωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ζημιώσει θα έχω ζημιωθεί
εσύ — you θα έχεις ζημιώσει θα έχεις ζημιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ζημιώσει θα έχει ζημιωθεί
εμείς — we θα έχουμε ζημιώσει θα έχουμε ζημιωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ζημιώσει θα έχετε ζημιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ζημιώσει θα έχουν ζημιωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζημιώνω να ζημιώνομαι
εσύ — you να ζημιώνεις να ζημιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζημιώνει να ζημιώνεται
εμείς — we να ζημιώνουμε, να ζημιώνομε να ζημιωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ζημιώνετε να ζημιώνεστε, να ζημιωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζημιώνουν(ε) να ζημιώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ζημιώσω να ζημιωθώ
εσύ — you να ζημιώσεις να ζημιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ζημιώσει να ζημιωθεί
εμείς — we να ζημιώσουμε, να ζημιώσομε να ζημιωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να ζημιώσετε να ζημιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ζημιώσουν(ε) να ζημιωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ζημιώσει να έχω ζημιωθεί
εσύ — you να έχεις ζημιώσει να έχεις ζημιωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ζημιώσει να έχει ζημιωθεί
εμείς — we να έχουμε ζημιώσει να έχουμε ζημιωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ζημιώσει να έχετε ζημιωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ζημιώσει να έχουν ζημιωθεί

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Often used for causing financial loss or harming interests. ζημιώνομαι means suffering a loss. ζημιωμένος, -η, -ο describes someone left worse off.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Η καθυστέρηση ζημίωσε την επιχείρηση.

The delay caused the business a loss.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ζημιώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/zimiono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /zimiono/