Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
χαϊδεύω — to caress; stroke; pet.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χαϊδεύω | χαϊδεύομαι |
| εσύ — you | χαϊδεύεις | χαϊδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χαϊδεύει | χαϊδεύεται |
| εμείς — we | χαϊδεύουμε, χαϊδεύομε | χαϊδευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαϊδεύετε | χαϊδεύεστε, χαϊδευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χαϊδεύουν(ε) | χαϊδεύονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χάιδευα | χαϊδευόμουν(α) |
| εσύ — you | χάιδευες | χαϊδευόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάιδευε | χαϊδευόταν(ε) |
| εμείς — we | χαϊδεύαμε | χαϊδευόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | χαϊδεύατε | χαϊδευόσαστε, χαϊδευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάιδευαν, χαϊδεύαν(ε) | χαϊδεύονταν, χαϊδευόντανε, χαϊδευόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | χάιδεψα | χαϊδεύτηκα |
| εσύ — you | χάιδεψες | χαϊδεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | χάιδεψε | χαϊδεύτηκε |
| εμείς — we | χαϊδέψαμε | χαϊδευτήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | χαϊδέψατε | χαϊδευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | χάιδεψαν, χαϊδέψαν(ε) | χαϊδεύτηκαν, χαϊδευτήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω χαϊδέψει | έχω χαϊδευτεί |
| εσύ — you | έχεις χαϊδέψει | έχεις χαϊδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει χαϊδέψει | έχει χαϊδευτεί |
| εμείς — we | έχουμε χαϊδέψει | έχουμε χαϊδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε χαϊδέψει | έχετε χαϊδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν χαϊδέψει | έχουν χαϊδευτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα χαϊδέψει | είχα χαϊδευτεί |
| εσύ — you | είχες χαϊδέψει | είχες χαϊδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε χαϊδέψει | είχε χαϊδευτεί |
| εμείς — we | είχαμε χαϊδέψει | είχαμε χαϊδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε χαϊδέψει | είχατε χαϊδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν χαϊδέψει | είχαν χαϊδευτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαϊδεύω | θα χαϊδεύομαι |
| εσύ — you | θα χαϊδεύεις | θα χαϊδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαϊδεύει | θα χαϊδεύεται |
| εμείς — we | θα χαϊδεύουμε, θα χαϊδεύομε | θα χαϊδευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαϊδεύετε | θα χαϊδεύεστε, θα χαϊδευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαϊδεύουν(ε) | θα χαϊδεύονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα χαϊδέψω | θα χαϊδευτώ |
| εσύ — you | θα χαϊδέψεις | θα χαϊδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα χαϊδέψει | θα χαϊδευτεί |
| εμείς — we | θα χαϊδέψουμε, θα χαϊδέψομε | θα χαϊδευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα χαϊδέψετε | θα χαϊδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα χαϊδέψουν(ε) | θα χαϊδευτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω χαϊδέψει | θα έχω χαϊδευτεί |
| εσύ — you | θα έχεις χαϊδέψει | θα έχεις χαϊδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει χαϊδέψει | θα έχει χαϊδευτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε χαϊδέψει | θα έχουμε χαϊδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε χαϊδέψει | θα έχετε χαϊδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν χαϊδέψει | θα έχουν χαϊδευτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαϊδεύω | να χαϊδεύομαι |
| εσύ — you | να χαϊδεύεις | να χαϊδεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαϊδεύει | να χαϊδεύεται |
| εμείς — we | να χαϊδεύουμε, να χαϊδεύομε | να χαϊδευόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαϊδεύετε | να χαϊδεύεστε, να χαϊδευόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαϊδεύουν(ε) | να χαϊδεύονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να χαϊδέψω | να χαϊδευτώ |
| εσύ — you | να χαϊδέψεις | να χαϊδευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να χαϊδέψει | να χαϊδευτεί |
| εμείς — we | να χαϊδέψουμε, να χαϊδέψομε | να χαϊδευτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να χαϊδέψετε | να χαϊδευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να χαϊδέψουν(ε) | να χαϊδευτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω χαϊδέψει | να έχω χαϊδευτεί |
| εσύ — you | να έχεις χαϊδέψει | να έχεις χαϊδευτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει χαϊδέψει | να έχει χαϊδευτεί |
| εμείς — we | να έχουμε χαϊδέψει | να έχουμε χαϊδευτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε χαϊδέψει | να έχετε χαϊδευτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν χαϊδέψει | να έχουν χαϊδευτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: χάιδευε (εσύ), χαϊδεύετε (εσείς).
Simple: χάιδεψε (εσύ); χαϊδέψτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Used for stroking or caressing a person or animal. It can also mean indulging or spoiling someone. χαϊδεμένος, -η, -ο can mean pampered. The spelling changes from χαϊ- to χάι- when the accent is on the first vowel.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Χάιδεψε απαλά τη γάτα.
She stroked the cat gently.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαϊδεύω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xaideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/xaideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.