Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

χαϊδεύω — to caress

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

χαϊδεύω — to caress; stroke; pet.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χαϊδεύω χαϊδεύομαι
εσύ — you χαϊδεύεις χαϊδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χαϊδεύει χαϊδεύεται
εμείς — we χαϊδεύουμε, χαϊδεύομε χαϊδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) χαϊδεύετε χαϊδεύεστε, χαϊδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χαϊδεύουν(ε) χαϊδεύονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χάιδευα χαϊδευόμουν(α)
εσύ — you χάιδευες χαϊδευόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χάιδευε χαϊδευόταν(ε)
εμείς — we χαϊδεύαμε χαϊδευόμασταν
εσείς — you (plural / polite) χαϊδεύατε χαϊδευόσαστε, χαϊδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they χάιδευαν, χαϊδεύαν(ε) χαϊδεύονταν, χαϊδευόντανε, χαϊδευόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I χάιδεψα χαϊδεύτηκα
εσύ — you χάιδεψες χαϊδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it χάιδεψε χαϊδεύτηκε
εμείς — we χαϊδέψαμε χαϊδευτήκαμε
εσείς — you (plural / polite) χαϊδέψατε χαϊδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they χάιδεψαν, χαϊδέψαν(ε) χαϊδεύτηκαν, χαϊδευτήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω χαϊδέψει έχω χαϊδευτεί
εσύ — you έχεις χαϊδέψει έχεις χαϊδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει χαϊδέψει έχει χαϊδευτεί
εμείς — we έχουμε χαϊδέψει έχουμε χαϊδευτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε χαϊδέψει έχετε χαϊδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν χαϊδέψει έχουν χαϊδευτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα χαϊδέψει είχα χαϊδευτεί
εσύ — you είχες χαϊδέψει είχες χαϊδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε χαϊδέψει είχε χαϊδευτεί
εμείς — we είχαμε χαϊδέψει είχαμε χαϊδευτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε χαϊδέψει είχατε χαϊδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν χαϊδέψει είχαν χαϊδευτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαϊδεύω θα χαϊδεύομαι
εσύ — you θα χαϊδεύεις θα χαϊδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαϊδεύει θα χαϊδεύεται
εμείς — we θα χαϊδεύουμε, θα χαϊδεύομε θα χαϊδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα χαϊδεύετε θα χαϊδεύεστε, θα χαϊδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαϊδεύουν(ε) θα χαϊδεύονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα χαϊδέψω θα χαϊδευτώ
εσύ — you θα χαϊδέψεις θα χαϊδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα χαϊδέψει θα χαϊδευτεί
εμείς — we θα χαϊδέψουμε, θα χαϊδέψομε θα χαϊδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα χαϊδέψετε θα χαϊδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα χαϊδέψουν(ε) θα χαϊδευτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω χαϊδέψει θα έχω χαϊδευτεί
εσύ — you θα έχεις χαϊδέψει θα έχεις χαϊδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει χαϊδέψει θα έχει χαϊδευτεί
εμείς — we θα έχουμε χαϊδέψει θα έχουμε χαϊδευτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε χαϊδέψει θα έχετε χαϊδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν χαϊδέψει θα έχουν χαϊδευτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαϊδεύω να χαϊδεύομαι
εσύ — you να χαϊδεύεις να χαϊδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαϊδεύει να χαϊδεύεται
εμείς — we να χαϊδεύουμε, να χαϊδεύομε να χαϊδευόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να χαϊδεύετε να χαϊδεύεστε, να χαϊδευόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαϊδεύουν(ε) να χαϊδεύονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να χαϊδέψω να χαϊδευτώ
εσύ — you να χαϊδέψεις να χαϊδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να χαϊδέψει να χαϊδευτεί
εμείς — we να χαϊδέψουμε, να χαϊδέψομε να χαϊδευτούμε
εσείς — you (plural / polite) να χαϊδέψετε να χαϊδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να χαϊδέψουν(ε) να χαϊδευτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω χαϊδέψει να έχω χαϊδευτεί
εσύ — you να έχεις χαϊδέψει να έχεις χαϊδευτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει χαϊδέψει να έχει χαϊδευτεί
εμείς — we να έχουμε χαϊδέψει να έχουμε χαϊδευτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε χαϊδέψει να έχετε χαϊδευτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν χαϊδέψει να έχουν χαϊδευτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: χάιδευε (εσύ), χαϊδεύετε (εσείς).

Simple: χάιδεψε (εσύ); χαϊδέψτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Used for stroking or caressing a person or animal. It can also mean indulging or spoiling someone. χαϊδεμένος, -η, -ο can mean pampered. The spelling changes from χαϊ- to χάι- when the accent is on the first vowel.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Χάιδεψε απαλά τη γάτα.

She stroked the cat gently.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — χαϊδεύω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/xaideuo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /xaideuo/