Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υποχρεώνω — to oblige

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υποχρεώνω — to oblige; require.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποχρεώνω υποχρεώνομαι
εσύ — you υποχρεώνεις υποχρεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποχρεώνει υποχρεώνεται
εμείς — we υποχρεώνουμε, υποχρεώνομε υποχρεωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) υποχρεώνετε υποχρεώνεστε, υποχρεωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποχρεώνουν(ε) υποχρεώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποχρέωνα υποχρεωνόμουν(α)
εσύ — you υποχρέωνες υποχρεωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποχρέωνε υποχρεωνόταν(ε)
εμείς — we υποχρεώναμε υποχρεωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) υποχρεώνατε υποχρεωνόσαστε, υποχρεωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποχρέωναν, υποχρεώναν(ε) υποχρεώνονταν, υποχρεωνόντανε, υποχρεωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποχρέωσα υποχρεώθηκα
εσύ — you υποχρέωσες υποχρεώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποχρέωσε υποχρεώθηκε
εμείς — we υποχρεώσαμε υποχρεωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) υποχρεώσατε υποχρεωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποχρέωσαν, υποχρεώσαν(ε) υποχρεώθηκαν, υποχρεωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω υποχρεώσει έχω υποχρεωθεί
εσύ — you έχεις υποχρεώσει έχεις υποχρεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υποχρεώσει έχει υποχρεωθεί
εμείς — we έχουμε υποχρεώσει έχουμε υποχρεωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε υποχρεώσει έχετε υποχρεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υποχρεώσει έχουν υποχρεωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα υποχρεώσει είχα υποχρεωθεί
εσύ — you είχες υποχρεώσει είχες υποχρεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υποχρεώσει είχε υποχρεωθεί
εμείς — we είχαμε υποχρεώσει είχαμε υποχρεωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε υποχρεώσει είχατε υποχρεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υποχρεώσει είχαν υποχρεωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υποχρεώνω θα υποχρεώνομαι
εσύ — you θα υποχρεώνεις θα υποχρεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποχρεώνει θα υποχρεώνεται
εμείς — we θα υποχρεώνουμε, θα υποχρεώνομε θα υποχρεωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα υποχρεώνετε θα υποχρεώνεστε, θα υποχρεωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποχρεώνουν(ε) θα υποχρεώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υποχρεώσω θα υποχρεωθώ
εσύ — you θα υποχρεώσεις θα υποχρεωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποχρεώσει θα υποχρεωθεί
εμείς — we θα υποχρεώσουμε, θα υποχρεώσομε θα υποχρεωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα υποχρεώσετε θα υποχρεωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποχρεώσουν θα υποχρεωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω υποχρεώσει θα έχω υποχρεωθεί
εσύ — you θα έχεις υποχρεώσει θα έχεις υποχρεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υποχρεώσει θα έχει υποχρεωθεί
εμείς — we θα έχουμε υποχρεώσει θα έχουμε υποχρεωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υποχρεώσει θα έχετε υποχρεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υποχρεώσει θα έχουν υποχρεωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υποχρεώνω να υποχρεώνομαι
εσύ — you να υποχρεώνεις να υποχρεώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποχρεώνει να υποχρεώνεται
εμείς — we να υποχρεώνουμε, να υποχρεώνομε να υποχρεωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να υποχρεώνετε να υποχρεώνεστε, να υποχρεωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποχρεώνουν(ε) να υποχρεώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υποχρεώσω να υποχρεωθώ
εσύ — you να υποχρεώσεις να υποχρεωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποχρεώσει να υποχρεωθεί
εμείς — we να υποχρεώσουμε, να υποχρεώσομε να υποχρεωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να υποχρεώσετε να υποχρεωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποχρεώσουν(ε) να υποχρεωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω υποχρεώσει να έχω υποχρεωθεί
εσύ — you να έχεις υποχρεώσει να έχεις υποχρεωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υποχρεώσει να έχει υποχρεωθεί
εμείς — we να έχουμε υποχρεώσει να έχουμε υποχρεωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υποχρεώσει να έχετε υποχρεωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υποχρεώσει να έχουν υποχρεωθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: υποχρέωνε (εσύ), υποχρεώνετε (εσείς).

Simple: υποχρέωσε (εσύ); υποχρεώστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • υποχρεώνω κάποιον να means obliging someone to do something. είμαι υποχρεωμένος να describes an obligation; έχω υποχρεωθεί describes having been obliged. υποχρεωμένος can also express gratitude or indebtedness to someone.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Είμαι υποχρεωμένος να φύγω νωρίς.

I am obliged to leave early.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υποχρεώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upoxreono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /upoxreono/