Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υπόσχομαι — to promise.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υπόσχομαι |
| εσύ — you | υπόσχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υπόσχεται |
| εμείς — we | υποσχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υπόσχεστε, υποσχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπόσχονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υποσχόμουν(α) |
| εσύ — you | υποσχόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποσχόταν(ε) |
| εμείς — we | υποσχόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υποσχόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υπόσχονταν, υποσχόντανε, υποσχόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | υποσχέθηκα |
| εσύ — you | υποσχέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποσχέθηκε |
| εμείς — we | υποσχεθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υποσχεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποσχέθηκαν, υποσχεθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω υποσχεθεί |
| εσύ — you | έχεις υποσχεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υποσχεθεί |
| εμείς — we | έχουμε υποσχεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υποσχεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υποσχεθεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα υποσχεθεί |
| εσύ — you | είχες υποσχεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υποσχεθεί |
| εμείς — we | είχαμε υποσχεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υποσχεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υποσχεθεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υπόσχομαι |
| εσύ — you | θα υπόσχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υπόσχεται |
| εμείς — we | θα υποσχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υπόσχεστε, θα υποσχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υπόσχονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα υποσχεθώ |
| εσύ — you | θα υποσχεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υποσχεθεί |
| εμείς — we | θα υποσχεθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υποσχεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υποσχεθούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υποσχεθεί |
| εσύ — you | θα έχεις υποσχεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υποσχεθεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υποσχεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υποσχεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υποσχεθεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υπόσχομαι |
| εσύ — you | να υπόσχεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υπόσχεται |
| εμείς — we | να υποσχόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υπόσχεστε, να υποσχόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υπόσχονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να υποσχεθώ |
| εσύ — you | να υποσχεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υποσχεθεί |
| εμείς — we | να υποσχεθούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υποσχεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υποσχεθούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω υποσχεθεί |
| εσύ — you | να έχεις υποσχεθεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υποσχεθεί |
| εμείς — we | να έχουμε υποσχεθεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υποσχεθεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υποσχεθεί |
Imperative · Προστακτική
The completed command is υποσχέσου (εσύ), υποσχεθείτε (εσείς).
Simple: υποσχέσου (εσύ); υποσχεθείτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- A middle-form verb with active meaning, commonly followed by να + a verb or an object such as βοήθεια. υποσχόμενος, -η, -ο means promising; it is not a completed-action perfect.
Σου υπόσχομαι ότι θα έρθω.
I promise you that I will come.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υπόσχομαι.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/uposxomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/uposxomai/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.