Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

υποστηρίζω — to support; maintain

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

υποστηρίζω — to support; maintain; argue.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποστηρίζω υποστηρίζομαι
εσύ — you υποστηρίζεις υποστηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποστηρίζει υποστηρίζεται
εμείς — we υποστηρίζουμε, υποστηρίζομε υποστηριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) υποστηρίζετε υποστηρίζεστε, υποστηριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποστηρίζουν(ε) υποστηρίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποστήριζα υποστηριζόμουν(α)
εσύ — you υποστήριζες υποστηριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποστήριζε υποστηριζόταν(ε)
εμείς — we υποστηρίζαμε υποστηριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) υποστηρίζατε υποστηριζόσαστε, υποστηριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποστήριζαν, υποστηρίζαν(ε) υποστηρίζονταν, υποστηριζόντανε, υποστηριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I υποστήριξα υποστηρίχτηκα, υποστηρίχθηκα
εσύ — you υποστήριξες υποστηρίχτηκες, υποστηρίχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it υποστήριξε υποστηρίχτηκε, υποστηρίχθηκε
εμείς — we υποστηρίξαμε υποστηριχτήκαμε, υποστηριχθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) υποστηρίξατε υποστηριχτήκατε, υποστηριχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they υποστήριξαν, υποστηρίξαν(ε) υποστηρίχτηκαν, υποστηριχτήκαν(ε), υποστηρίχθηκαν, υποστηριχθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω υποστηρίξει έχω υποστηριχτεί
εσύ — you έχεις υποστηρίξει έχεις υποστηριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει υποστηρίξει έχει υποστηριχτεί
εμείς — we έχουμε υποστηρίξει έχουμε υποστηριχτεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε υποστηρίξει έχετε υποστηριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν υποστηρίξει έχουν υποστηριχτεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα υποστηρίξει είχα υποστηριχτεί
εσύ — you είχες υποστηρίξει είχες υποστηριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε υποστηρίξει είχε υποστηριχτεί
εμείς — we είχαμε υποστηρίξει είχαμε υποστηριχτεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε υποστηρίξει είχατε υποστηριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν υποστηρίξει είχαν υποστηριχτεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υποστηρίζω θα υποστηρίζομαι
εσύ — you θα υποστηρίζεις θα υποστηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποστηρίζει θα υποστηρίζεται
εμείς — we θα υποστηρίζουμε, θα υποστηρίζομε θα υποστηριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα υποστηρίζετε θα υποστηρίζεστε, θα υποστηριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποστηρίζουν(ε) θα υποστηρίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα υποστηρίξω θα υποστηριχτώ
εσύ — you θα υποστηρίξεις θα υποστηριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα υποστηρίξει θα υποστηριχτεί
εμείς — we θα υποστηρίξουμε, θα υποστηρίξομε θα υποστηριχτούμε
εσείς — you (plural / polite) θα υποστηρίξετε θα υποστηριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα υποστηρίξουν(ε) θα υποστηριχτούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω υποστηρίξει θα έχω υποστηριχτεί
εσύ — you θα έχεις υποστηρίξει θα έχεις υποστηριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει υποστηρίξει θα έχει υποστηριχτεί
εμείς — we θα έχουμε υποστηρίξει θα έχουμε υποστηριχτεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε υποστηρίξει θα έχετε υποστηριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν υποστηρίξει θα έχουν υποστηριχτεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υποστηρίζω να υποστηρίζομαι
εσύ — you να υποστηρίζεις να υποστηρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποστηρίζει να υποστηρίζεται
εμείς — we να υποστηρίζουμε, να υποστηρίζομε να υποστηριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να υποστηρίζετε να υποστηρίζεστε, να υποστηριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποστηρίζουν(ε) να υποστηρίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να υποστηρίξω να υποστηριχτώ
εσύ — you να υποστηρίξεις να υποστηριχτείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να υποστηρίξει να υποστηριχτεί
εμείς — we να υποστηρίξουμε, να υποστηρίξομε να υποστηριχτούμε
εσείς — you (plural / polite) να υποστηρίξετε να υποστηριχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να υποστηρίξουν(ε) να υποστηριχτούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω υποστηρίξει να έχω υποστηριχτεί
εσύ — you να έχεις υποστηρίξει να έχεις υποστηριχτεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει υποστηρίξει να έχει υποστηριχτεί
εμείς — we να έχουμε υποστηρίξει να έχουμε υποστηριχτεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε υποστηρίξει να έχετε υποστηριχτεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν υποστηρίξει να έχουν υποστηριχτεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: υποστήριζε (εσύ), υποστηρίζετε (εσείς).

Simple: υποστήριξε (εσύ); υποστηρίξτε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • All passive forms retain υπο-: υποστηρίζομαι, υποστηρίχτηκα, θα υποστηριχτώ. The learned θ series υποστηρίχθηκα / υποστηριχθώ / υποστηριχθεί is also valid. Besides support, the active can mean maintaining or arguing that something is true.
  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Υποστηρίζει ότι η απόφαση ήταν σωστή.

He maintains that the decision was right.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υποστηρίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upostirizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /upostirizo/