Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
υποστηρίζω — to support; maintain; argue.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υποστηρίζω | υποστηρίζομαι |
| εσύ — you | υποστηρίζεις | υποστηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποστηρίζει | υποστηρίζεται |
| εμείς — we | υποστηρίζουμε, υποστηρίζομε | υποστηριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | υποστηρίζετε | υποστηρίζεστε, υποστηριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποστηρίζουν(ε) | υποστηρίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υποστήριζα | υποστηριζόμουν(α) |
| εσύ — you | υποστήριζες | υποστηριζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποστήριζε | υποστηριζόταν(ε) |
| εμείς — we | υποστηρίζαμε | υποστηριζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | υποστηρίζατε | υποστηριζόσαστε, υποστηριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποστήριζαν, υποστηρίζαν(ε) | υποστηρίζονταν, υποστηριζόντανε, υποστηριζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | υποστήριξα | υποστηρίχτηκα, υποστηρίχθηκα |
| εσύ — you | υποστήριξες | υποστηρίχτηκες, υποστηρίχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | υποστήριξε | υποστηρίχτηκε, υποστηρίχθηκε |
| εμείς — we | υποστηρίξαμε | υποστηριχτήκαμε, υποστηριχθήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | υποστηρίξατε | υποστηριχτήκατε, υποστηριχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | υποστήριξαν, υποστηρίξαν(ε) | υποστηρίχτηκαν, υποστηριχτήκαν(ε), υποστηρίχθηκαν, υποστηριχθήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω υποστηρίξει | έχω υποστηριχτεί |
| εσύ — you | έχεις υποστηρίξει | έχεις υποστηριχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει υποστηρίξει | έχει υποστηριχτεί |
| εμείς — we | έχουμε υποστηρίξει | έχουμε υποστηριχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε υποστηρίξει | έχετε υποστηριχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν υποστηρίξει | έχουν υποστηριχτεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα υποστηρίξει | είχα υποστηριχτεί |
| εσύ — you | είχες υποστηρίξει | είχες υποστηριχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε υποστηρίξει | είχε υποστηριχτεί |
| εμείς — we | είχαμε υποστηρίξει | είχαμε υποστηριχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε υποστηρίξει | είχατε υποστηριχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν υποστηρίξει | είχαν υποστηριχτεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υποστηρίζω | θα υποστηρίζομαι |
| εσύ — you | θα υποστηρίζεις | θα υποστηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υποστηρίζει | θα υποστηρίζεται |
| εμείς — we | θα υποστηρίζουμε, θα υποστηρίζομε | θα υποστηριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υποστηρίζετε | θα υποστηρίζεστε, θα υποστηριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υποστηρίζουν(ε) | θα υποστηρίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα υποστηρίξω | θα υποστηριχτώ |
| εσύ — you | θα υποστηρίξεις | θα υποστηριχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα υποστηρίξει | θα υποστηριχτεί |
| εμείς — we | θα υποστηρίξουμε, θα υποστηρίξομε | θα υποστηριχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα υποστηρίξετε | θα υποστηριχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα υποστηρίξουν(ε) | θα υποστηριχτούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω υποστηρίξει | θα έχω υποστηριχτεί |
| εσύ — you | θα έχεις υποστηρίξει | θα έχεις υποστηριχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει υποστηρίξει | θα έχει υποστηριχτεί |
| εμείς — we | θα έχουμε υποστηρίξει | θα έχουμε υποστηριχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε υποστηρίξει | θα έχετε υποστηριχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν υποστηρίξει | θα έχουν υποστηριχτεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υποστηρίζω | να υποστηρίζομαι |
| εσύ — you | να υποστηρίζεις | να υποστηρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υποστηρίζει | να υποστηρίζεται |
| εμείς — we | να υποστηρίζουμε, να υποστηρίζομε | να υποστηριζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υποστηρίζετε | να υποστηρίζεστε, να υποστηριζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υποστηρίζουν(ε) | να υποστηρίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να υποστηρίξω | να υποστηριχτώ |
| εσύ — you | να υποστηρίξεις | να υποστηριχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να υποστηρίξει | να υποστηριχτεί |
| εμείς — we | να υποστηρίξουμε, να υποστηρίξομε | να υποστηριχτούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να υποστηρίξετε | να υποστηριχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να υποστηρίξουν(ε) | να υποστηριχτούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω υποστηρίξει | να έχω υποστηριχτεί |
| εσύ — you | να έχεις υποστηρίξει | να έχεις υποστηριχτεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει υποστηρίξει | να έχει υποστηριχτεί |
| εμείς — we | να έχουμε υποστηρίξει | να έχουμε υποστηριχτεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε υποστηρίξει | να έχετε υποστηριχτεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν υποστηρίξει | να έχουν υποστηριχτεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: υποστήριζε (εσύ), υποστηρίζετε (εσείς).
Simple: υποστήριξε (εσύ); υποστηρίξτε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- All passive forms retain υπο-: υποστηρίζομαι, υποστηρίχτηκα, θα υποστηριχτώ. The learned θ series υποστηρίχθηκα / υποστηριχθώ / υποστηριχθεί is also valid. Besides support, the active can mean maintaining or arguing that something is true.
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Υποστηρίζει ότι η απόφαση ήταν σωστή.
He maintains that the decision was right.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — υποστηρίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/upostirizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/upostirizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.