Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

γερνάω — to grow old

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

γερνάω — to grow old.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γερνάω, γερνώ
εσύ — you γερνάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γερνάει, γερνά
εμείς — we γερνάμε, γερνούμε
εσείς — you (plural / polite) γερνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γερνάν(ε), γερνούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γερνούσα, γέρναγα
εσύ — you γερνούσες, γέρναγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γερνούσε, γέρναγε
εμείς — we γερνούσαμε, γερνάγαμε
εσείς — you (plural / polite) γερνούσατε, γερνάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γερνούσαν(ε), γέρναγαν, γερνάγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I γέρασα
εσύ — you γέρασες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it γέρασε
εμείς — we γεράσαμε
εσείς — you (plural / polite) γεράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they γέρασαν, γεράσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω γεράσει
εσύ — you έχεις γεράσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει γεράσει
εμείς — we έχουμε γεράσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε γεράσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν γεράσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα γεράσει
εσύ — you είχες γεράσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε γεράσει
εμείς — we είχαμε γεράσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε γεράσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν γεράσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γερνάω, θα γερνώ
εσύ — you θα γερνάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γερνάει, θα γερνά
εμείς — we θα γερνάμε, θα γερνούμε
εσείς — you (plural / polite) θα γερνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γερνάν(ε), θα γερνούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα γεράσω
εσύ — you θα γεράσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα γεράσει
εμείς — we θα γεράσουμε, θα γεράσομε
εσείς — you (plural / polite) θα γεράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα γεράσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω γεράσει
εσύ — you θα έχεις γεράσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει γεράσει
εμείς — we θα έχουμε γεράσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε γεράσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν γεράσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γερνάω, να γερνώ
εσύ — you να γερνάς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γερνάει, να γερνά
εμείς — we να γερνάμε, να γερνούμε
εσείς — you (plural / polite) να γερνάτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γερνάν(ε), να γερνούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να γεράσω
εσύ — you να γεράσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να γεράσει
εμείς — we να γεράσουμε, να γεράσομε
εσείς — you (plural / polite) να γεράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να γεράσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω γεράσει
εσύ — you να έχεις γεράσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει γεράσει
εμείς — we να έχουμε γεράσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε γεράσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν γεράσει

Imperative · Προστακτική

γέρνα, γέρναγε / γερνάτε

Simple: γέρασε (εσύ); γεράστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Γερνάω / γερνώ describes growing old. Γερασμένος describes an aged condition; έχω γεράσει is the action perfect.

Μεγαλώνουμε και γερνάμε.

We grow up and grow old.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γερνάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /gernao/