Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
γερνάω — to grow old.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γερνάω, γερνώ |
| εσύ — you | γερνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γερνάει, γερνά |
| εμείς — we | γερνάμε, γερνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γερνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γερνάν(ε), γερνούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γερνούσα, γέρναγα |
| εσύ — you | γερνούσες, γέρναγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γερνούσε, γέρναγε |
| εμείς — we | γερνούσαμε, γερνάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γερνούσατε, γερνάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γερνούσαν(ε), γέρναγαν, γερνάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | γέρασα |
| εσύ — you | γέρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | γέρασε |
| εμείς — we | γεράσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | γεράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | γέρασαν, γεράσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω γεράσει |
| εσύ — you | έχεις γεράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει γεράσει |
| εμείς — we | έχουμε γεράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε γεράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν γεράσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα γεράσει |
| εσύ — you | είχες γεράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε γεράσει |
| εμείς — we | είχαμε γεράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε γεράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν γεράσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γερνάω, θα γερνώ |
| εσύ — you | θα γερνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γερνάει, θα γερνά |
| εμείς — we | θα γερνάμε, θα γερνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γερνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γερνάν(ε), θα γερνούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα γεράσω |
| εσύ — you | θα γεράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα γεράσει |
| εμείς — we | θα γεράσουμε, θα γεράσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα γεράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα γεράσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω γεράσει |
| εσύ — you | θα έχεις γεράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει γεράσει |
| εμείς — we | θα έχουμε γεράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε γεράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν γεράσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γερνάω, να γερνώ |
| εσύ — you | να γερνάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γερνάει, να γερνά |
| εμείς — we | να γερνάμε, να γερνούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γερνάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γερνάν(ε), να γερνούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να γεράσω |
| εσύ — you | να γεράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να γεράσει |
| εμείς — we | να γεράσουμε, να γεράσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να γεράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να γεράσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω γεράσει |
| εσύ — you | να έχεις γεράσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει γεράσει |
| εμείς — we | να έχουμε γεράσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε γεράσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν γεράσει |
Imperative · Προστακτική
γέρνα, γέρναγε / γερνάτε
Simple: γέρασε (εσύ); γεράστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Γερνάω / γερνώ describes growing old. Γερασμένος describes an aged condition; έχω γεράσει is the action perfect.
Μεγαλώνουμε και γερνάμε.
We grow up and grow old.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — γερνάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/gernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/gernao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.