Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ορμάω / ορμώ means to rush, dash, or charge towards someone or something.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ορμάω, ορμώ |
| εσύ — you | ορμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ορμάει, ορμά |
| εμείς — we | ορμάμε, ορμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ορμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ορμάν(ε), ορμούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ορμούσα, όρμαγα |
| εσύ — you | ορμούσες, όρμαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ορμούσε, όρμαγε |
| εμείς — we | ορμούσαμε, ορμάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ορμούσατε, ορμάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ορμούσαν(ε), όρμαγαν, ορμάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | όρμησα |
| εσύ — you | όρμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | όρμησε |
| εμείς — we | ορμήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ορμήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | όρμησαν, ορμήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ορμήσει |
| εσύ — you | έχεις ορμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ορμήσει |
| εμείς — we | έχουμε ορμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ορμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ορμήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ορμήσει |
| εσύ — you | είχες ορμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ορμήσει |
| εμείς — we | είχαμε ορμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ορμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ορμήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ορμάω, θα ορμώ |
| εσύ — you | θα ορμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ορμάει, θα ορμά |
| εμείς — we | θα ορμάμε, θα ορμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ορμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ορμάν(ε), θα ορμούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ορμήσω |
| εσύ — you | θα ορμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ορμήσει |
| εμείς — we | θα ορμήσουμε, θα ορμήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ορμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ορμήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ορμήσει |
| εσύ — you | θα έχεις ορμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ορμήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε ορμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ορμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ορμήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ορμάω, να ορμώ |
| εσύ — you | να ορμάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ορμάει, να ορμά |
| εμείς — we | να ορμάμε, να ορμούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ορμάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ορμάν(ε), να ορμούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ορμήσω |
| εσύ — you | να ορμήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ορμήσει |
| εμείς — we | να ορμήσουμε, να ορμήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ορμήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ορμήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ορμήσει |
| εσύ — you | να έχεις ορμήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ορμήσει |
| εμείς — we | να έχουμε ορμήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ορμήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ορμήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: όρμα / ορμάτε.
Simple: όρμησε (εσύ); ορμήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- This table uses όρμησα / θα ορμήσω / έχω ορμήσει. The alternative όρμηξα / θα ορμήξω / έχω ορμήξει is shown in the companion entry.
Τα παιδιά όρμησαν έξω.
The children rushed outside.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ορμώ.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ormao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ormao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.