Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

ορίζω — to define; to appoint; to set

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

ορίζω means to define, appoint, set, or determine. ορίζομαι means to be defined or appointed.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I ορίζω ορίζομαι
εσύ — you ορίζεις ορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it ορίζει ορίζεται
εμείς — we ορίζουμε, ορίζομε οριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) ορίζετε ορίζεστε, οριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they ορίζουν(ε) ορίζονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I όριζα οριζόμουν(α)
εσύ — you όριζες οριζόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it όριζε οριζόταν(ε)
εμείς — we ορίζαμε οριζόμασταν
εσείς — you (plural / polite) ορίζατε οριζόσαστε, οριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they όριζαν, ορίζαν(ε) ορίζονταν, οριζόντανε, οριζόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I όρισα ορίστηκα
εσύ — you όρισες ορίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it όρισε ορίστηκε
εμείς — we ορίσαμε οριστήκαμε
εσείς — you (plural / polite) ορίσατε οριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they όρισαν, ορίσαν(ε) ορίστηκαν, οριστήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω ορίσει έχω οριστεί
εσύ — you έχεις ορίσει έχεις οριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει ορίσει έχει οριστεί
εμείς — we έχουμε ορίσει έχουμε οριστεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε ορίσει έχετε οριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν ορίσει έχουν οριστεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα ορίσει είχα οριστεί
εσύ — you είχες ορίσει είχες οριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε ορίσει είχε οριστεί
εμείς — we είχαμε ορίσει είχαμε οριστεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε ορίσει είχατε οριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν ορίσει είχαν οριστεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ορίζω θα ορίζομαι
εσύ — you θα ορίζεις θα ορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ορίζει θα ορίζεται
εμείς — we θα ορίζουμε, θα ορίζομε θα οριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα ορίζετε θα ορίζεστε, θα οριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ορίζουν(ε) θα ορίζονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα ορίσω θα οριστώ
εσύ — you θα ορίσεις θα οριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα ορίσει θα οριστεί
εμείς — we θα ορίσουμε, θα ορίσομε θα οριστούμε
εσείς — you (plural / polite) θα ορίσετε θα οριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα ορίσουν(ε) θα οριστούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω ορίσει θα έχω οριστεί
εσύ — you θα έχεις ορίσει θα έχεις οριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει ορίσει θα έχει οριστεί
εμείς — we θα έχουμε ορίσει θα έχουμε οριστεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε ορίσει θα έχετε οριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν ορίσει θα έχουν οριστεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ορίζω να ορίζομαι
εσύ — you να ορίζεις να ορίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ορίζει να ορίζεται
εμείς — we να ορίζουμε, να ορίζομε να οριζόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να ορίζετε να ορίζεστε, να οριζόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ορίζουν(ε) να ορίζονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να ορίσω να οριστώ
εσύ — you να ορίσεις να οριστείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να ορίσει να οριστεί
εμείς — we να ορίσουμε, να ορίσομε να οριστούμε
εσείς — you (plural / polite) να ορίσετε να οριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να ορίσουν(ε) να οριστούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω ορίσει να έχω οριστεί
εσύ — you να έχεις ορίσει να έχεις οριστεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει ορίσει να έχει οριστεί
εμείς — we να έχουμε ορίσει να έχουμε οριστεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε ορίσει να έχετε οριστεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν ορίσει να έχουν οριστεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous όριζε ορίζετε — ορίζεστε
Simple όρισε ορίστε ορίσου οριστείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • ορίστε also functions as a polite expression such as “here you are”, “please”, or “pardon?”, depending on context.

Ορίσαμε την ημερομηνία.

We set the date.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ορίζω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/orizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /orizo/