Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

οργανώνω — to organize

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Οργανώνουμε μια εκδρομή.

We are organising a trip.

Οργανώνω can describe planning an event or arranging things. Οργανώνομαι can mean get organised: πρέπει να οργανωθούμε means “we need to get organised”.

Compare the meanings: ετοιμάζω (etoimazo) — to prepare

οργανώνω means to organise or arrange. οργανώνομαι means to get organised or be organised.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οργανώνω οργανώνομαι
εσύ — you οργανώνεις οργανώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οργανώνει οργανώνεται
εμείς — we οργανώνουμε, οργανώνομε οργανωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) οργανώνετε οργανώνεστε, οργανωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οργανώνουν(ε) οργανώνονται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οργάνωνα οργανωνόμουν(α)
εσύ — you οργάνωνες οργανωνόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οργάνωνε οργανωνόταν(ε)
εμείς — we οργανώναμε οργανωνόμασταν
εσείς — you (plural / polite) οργανώνατε οργανωνόσαστε, οργανωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they οργάνωναν, οργανώναν(ε) οργανώνονταν, οργανωνόντανε, οργανωνόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I οργάνωσα οργανώθηκα
εσύ — you οργάνωσες οργανώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it οργάνωσε οργανώθηκε
εμείς — we οργανώσαμε οργανωθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) οργανώσατε οργανωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they οργάνωσαν, οργανώσαν(ε) οργανώθηκαν, οργανωθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω οργανώσει έχω οργανωθεί
εσύ — you έχεις οργανώσει έχεις οργανωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει οργανώσει έχει οργανωθεί
εμείς — we έχουμε οργανώσει έχουμε οργανωθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε οργανώσει έχετε οργανωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν οργανώσει έχουν οργανωθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα οργανώσει είχα οργανωθεί
εσύ — you είχες οργανώσει είχες οργανωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε οργανώσει είχε οργανωθεί
εμείς — we είχαμε οργανώσει είχαμε οργανωθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε οργανώσει είχατε οργανωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν οργανώσει είχαν οργανωθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οργανώνω θα οργανώνομαι
εσύ — you θα οργανώνεις θα οργανώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οργανώνει θα οργανώνεται
εμείς — we θα οργανώνουμε, θα οργανώνομε θα οργανωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα οργανώνετε θα οργανώνεστε, θα οργανωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οργανώνουν(ε) θα οργανώνονται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα οργανώσω θα οργανωθώ
εσύ — you θα οργανώσεις θα οργανωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα οργανώσει θα οργανωθεί
εμείς — we θα οργανώσουμε, θα οργανώσομε θα οργανωθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα οργανώσετε θα οργανωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα οργανώσουν θα οργανωθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω οργανώσει θα έχω οργανωθεί
εσύ — you θα έχεις οργανώσει θα έχεις οργανωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει οργανώσει θα έχει οργανωθεί
εμείς — we θα έχουμε οργανώσει θα έχουμε οργανωθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε οργανώσει θα έχετε οργανωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν οργανώσει θα έχουν οργανωθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οργανώνω να οργανώνομαι
εσύ — you να οργανώνεις να οργανώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οργανώνει να οργανώνεται
εμείς — we να οργανώνουμε, να οργανώνομε να οργανωνόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να οργανώνετε να οργανώνεστε, να οργανωνόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οργανώνουν(ε) να οργανώνονται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να οργανώσω να οργανωθώ
εσύ — you να οργανώσεις να οργανωθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να οργανώσει να οργανωθεί
εμείς — we να οργανώσουμε, να οργανώσομε να οργανωθούμε
εσείς — you (plural / polite) να οργανώσετε να οργανωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να οργανώσουν(ε) να οργανωθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω οργανώσει να έχω οργανωθεί
εσύ — you να έχεις οργανώσει να έχεις οργανωθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει οργανώσει να έχει οργανωθεί
εμείς — we να έχουμε οργανώσει να έχουμε οργανωθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε οργανώσει να έχετε οργανωθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν οργανώσει να έχουν οργανωθεί

Imperative · Προστακτική

Aspect Active: εσύ Active: εσείς Passive: εσύ Passive: εσείς
Continuous οργάνωνε οργανώνετε — οργανώνεστε
Simple οργάνωσε οργανώστε οργανώσου οργανωθείτε

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Οργανώσαμε μια εκδρομή.

We organised an excursion.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — οργανώνω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/organono/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /organono/