Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βλασταίνω — to sprout; to germinate
The alternative present βλαστάνω also occurs. The table consistently follows βλασταίνω.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βλασταίνω |
| εσύ — you | βλασταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βλασταίνει |
| εμείς — we | βλασταίνουμε, βλασταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | βλασταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βλασταίνουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βλάσταινα |
| εσύ — you | βλάσταινες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βλάσταινε |
| εμείς — we | βλασταίναμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βλασταίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βλάσταιναν, βλασταίναν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βλάστησα |
| εσύ — you | βλάστησες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βλάστησε |
| εμείς — we | βλαστήσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βλαστήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βλάστησαν, βλαστήσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω βλαστήσει |
| εσύ — you | έχεις βλαστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βλαστήσει |
| εμείς — we | έχουμε βλαστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βλαστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βλαστήσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα βλαστήσει |
| εσύ — you | είχες βλαστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βλαστήσει |
| εμείς — we | είχαμε βλαστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βλαστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βλαστήσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βλασταίνω |
| εσύ — you | θα βλασταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βλασταίνει |
| εμείς — we | θα βλασταίνουμε, θα βλασταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βλασταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βλασταίνουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βλαστήσω |
| εσύ — you | θα βλαστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βλαστήσει |
| εμείς — we | θα βλαστήσουμε, θα βλαστήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βλαστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βλαστήσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βλαστήσει |
| εσύ — you | θα έχεις βλαστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βλαστήσει |
| εμείς — we | θα έχουμε βλαστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βλαστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βλαστήσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βλασταίνω |
| εσύ — you | να βλασταίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βλασταίνει |
| εμείς — we | να βλασταίνουμε, να βλασταίνομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βλασταίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βλασταίνουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βλαστήσω |
| εσύ — you | να βλαστήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βλαστήσει |
| εμείς — we | να βλαστήσουμε, να βλαστήσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βλαστήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βλαστήσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω βλαστήσει |
| εσύ — you | να έχεις βλαστήσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βλαστήσει |
| εμείς — we | να έχουμε βλαστήσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βλαστήσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βλαστήσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: βλάσταινε / βλασταίνετε. Direct commands are mainly figurative.
Simple: βλάστησε (εσύ); βλαστήστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Past: βλάστησα; perfect: έχω βλαστήσει.
- βλασταίνοντας — sprouting; έχοντας βλαστήσει — having sprouted.
- βλαστημένος, βλαστημένη, βλαστημένο describes something sprouted; it is not an alternative conjugated perfect.
- Negative: μη βλασταίνεις / μη βλαστήσεις.
Οι σπόροι βλάστησαν σε λίγες ημέρες.
The seeds germinated in a few days.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βλασταίνω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/blastaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/blastaino/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.