Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ποικίλλω means to vary, diversify, or embellish, in learned usage.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ποικίλλω |
| εσύ — you | ποικίλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ποικίλλει |
| εμείς — we | ποικίλλουμε, ποικίλλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | ποικίλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ποικίλλουν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ποίκιλλα |
| εσύ — you | ποίκιλλες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ποίκιλλε |
| εμείς — we | ποικίλλαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ποικίλλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ποίκιλλαν, ποικίλλαν(ε) |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | ποίκιλα |
| εσύ — you | ποίκιλες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ποίκιλε |
| εμείς — we | ποικίλαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ποικίλατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ποίκιλαν, ποικίλαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω ποικίλει |
| εσύ — you | έχεις ποικίλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ποικίλει |
| εμείς — we | έχουμε ποικίλει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ποικίλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ποικίλει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα ποικίλει |
| εσύ — you | είχες ποικίλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ποικίλει |
| εμείς — we | είχαμε ποικίλει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ποικίλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ποικίλει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ποικίλλω |
| εσύ — you | θα ποικίλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ποικίλλει |
| εμείς — we | θα ποικίλλουμε, θα ποικίλλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ποικίλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ποικίλλουν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα ποικίλω |
| εσύ — you | θα ποικίλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ποικίλει |
| εμείς — we | θα ποικίλουμε, θα ποικίλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ποικίλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ποικίλουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ποικίλει |
| εσύ — you | θα έχεις ποικίλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ποικίλει |
| εμείς — we | θα έχουμε ποικίλει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ποικίλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ποικίλει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ποικίλλω |
| εσύ — you | να ποικίλλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ποικίλλει |
| εμείς — we | να ποικίλλουμε, να ποικίλλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ποικίλλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ποικίλλουν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να ποικίλω |
| εσύ — you | να ποικίλεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ποικίλει |
| εμείς — we | να ποικίλουμε, να ποικίλομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ποικίλετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ποικίλουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω ποικίλει |
| εσύ — you | να έχεις ποικίλει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ποικίλει |
| εμείς — we | να έχουμε ποικίλει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ποικίλει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ποικίλει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: ποίκιλλε / ποικίλλετε.
Simple: ποίκιλε (εσύ); ποικίλετε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Continuous forms retain double λ: ποικίλλω, ποίκιλλα. Perfective forms have one λ: ποίκιλα, θα ποικίλω, έχω ποικίλει.
- Many everyday uses describe an ongoing difference: οι τιμές ποικίλλουν.
Οι τιμές ποικίλλουν από κατάστημα σε κατάστημα.
Prices vary from shop to shop.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ποικίλλω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/poikillo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/poikillo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.