πολιορκώ — to besiege

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

πολιορκώ means to besiege, literally or figuratively. The passive means to be besieged.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πολιορκώ πολιορκούμαι
εσύ — you πολιορκείς πολιορκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πολιορκεί πολιορκείται
εμείς — we πολιορκούμε πολιορκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) πολιορκείτε πολιορκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πολιορκούν(ε) πολιορκούνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πολιορκούσα πολιορκούμουν
εσύ — you πολιορκούσες —
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πολιορκούσε πολιορκούνταν, πολιορκείτο
εμείς — we πολιορκούσαμε πολιορκούμασταν
εσείς — you (plural / polite) πολιορκούσατε —
αυτοί / αυτές / αυτά — they πολιορκούσαν(ε) πολιορκούνταν, πολιορκούντο

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πολιόρκησα πολιορκήθηκα
εσύ — you πολιόρκησες πολιορκήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πολιόρκησε πολιορκήθηκε
εμείς — we πολιορκήσαμε πολιορκηθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πολιορκήσατε πολιορκηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πολιόρκησαν, πολιορκήσαν(ε) πολιορκήθηκαν, πολιορκηθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πολιορκήσει έχω πολιορκηθεί
εσύ — you έχεις πολιορκήσει έχεις πολιορκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πολιορκήσει έχει πολιορκηθεί
εμείς — we έχουμε πολιορκήσει έχουμε πολιορκηθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πολιορκήσει έχετε πολιορκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πολιορκήσει έχουν πολιορκηθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πολιορκήσει είχα πολιορκηθεί
εσύ — you είχες πολιορκήσει είχες πολιορκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πολιορκήσει είχε πολιορκηθεί
εμείς — we είχαμε πολιορκήσει είχαμε πολιορκηθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πολιορκήσει είχατε πολιορκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πολιορκήσει είχαν πολιορκηθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πολιορκώ θα πολιορκούμαι
εσύ — you θα πολιορκείς θα πολιορκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πολιορκεί θα πολιορκείται
εμείς — we θα πολιορκούμε θα πολιορκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πολιορκείτε θα πολιορκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πολιορκούν(ε) θα πολιορκούνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πολιορκήσω θα πολιορκηθώ
εσύ — you θα πολιορκήσεις θα πολιορκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πολιορκήσει θα πολιορκηθεί
εμείς — we θα πολιορκήσουμε θα πολιορκηθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πολιορκήσετε θα πολιορκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πολιορκήσουν(ε) θα πολιορκηθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πολιορκήσει θα έχω πολιορκηθεί
εσύ — you θα έχεις πολιορκήσει θα έχεις πολιορκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πολιορκήσει θα έχει πολιορκηθεί
εμείς — we θα έχουμε πολιορκήσει θα έχουμε πολιορκηθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πολιορκήσει θα έχετε πολιορκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πολιορκήσει θα έχουν πολιορκηθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πολιορκώ να πολιορκούμαι
εσύ — you να πολιορκείς να πολιορκείσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πολιορκεί να πολιορκείται
εμείς — we να πολιορκούμε να πολιορκούμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πολιορκείτε να πολιορκείστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πολιορκούν(ε) να πολιορκούνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πολιορκήσω να πολιορκηθώ
εσύ — you να πολιορκήσεις να πολιορκηθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πολιορκήσει να πολιορκηθεί
εμείς — we να πολιορκήσουμε, να πολιορκήσομε να πολιορκηθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πολιορκήσετε να πολιορκηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πολιορκήσουν(ε) να πολιορκηθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πολιορκήσει να έχω πολιορκηθεί
εσύ — you να έχεις πολιορκήσει να έχεις πολιορκηθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πολιορκήσει να έχει πολιορκηθεί
εμείς — we να έχουμε πολιορκήσει να έχουμε πολιορκηθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πολιορκήσει να έχετε πολιορκηθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πολιορκήσει να έχουν πολιορκηθεί

Imperative · Προστακτική

Simple: πολιόρκησε (εσύ); πολιορκήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
  • πολιορκείτο / πολιορκούντο are learned imperfect variants. Uncommon second-person passive imperfect cells are left blank.

Η πόλη πολιορκήθηκε.

The city was besieged.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πολιορκώ.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/poliorko/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
ModernGreekVerbs.com · /poliorko/