Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
πολλαπλασιάζω means to multiply or increase manyfold. πολλαπλασιάζομαι means to be multiplied or multiply in number.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πολλαπλασιάζω | πολλαπλασιάζομαι |
| εσύ — you | πολλαπλασιάζεις | πολλαπλασιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πολλαπλασιάζει | πολλαπλασιάζεται |
| εμείς — we | πολλαπλασιάζουμε, πολλαπλασιάζομε | πολλαπλασιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | πολλαπλασιάζετε | πολλαπλασιάζεστε, πολλαπλασιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πολλαπλασιάζουν(ε) | πολλαπλασιάζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πολλαπλασίαζα | πολλαπλασιαζόμουν(α) |
| εσύ — you | πολλαπλασίαζες | πολλαπλασιαζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πολλαπλασίαζε | πολλαπλασιαζόταν(ε) |
| εμείς — we | πολλαπλασιάζαμε | πολλαπλασιαζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | πολλαπλασιάζατε | πολλαπλασιαζόσαστε, πολλαπλασιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πολλαπλασίαζαν, πολλαπλασιάζαν(ε) | πολλαπλασιάζονταν, πολλαπλασιαζόντανε, πολλαπλασιαζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πολλαπλασίασα | πολλαπλασιάστηκα |
| εσύ — you | πολλαπλασίασες | πολλαπλασιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πολλαπλασίασε | πολλαπλασιάστηκε |
| εμείς — we | πολλαπλασιάσαμε | πολλαπλασιαστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πολλαπλασιάσατε | πολλαπλασιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πολλαπλασίασαν, πολλαπλασιάσαν(ε) | πολλαπλασιάστηκαν, πολλαπλασιαστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω πολλαπλασιάσει | έχω πολλαπλασιαστεί |
| εσύ — you | έχεις πολλαπλασιάσει | έχεις πολλαπλασιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πολλαπλασιάσει | έχει πολλαπλασιαστεί |
| εμείς — we | έχουμε πολλαπλασιάσει | έχουμε πολλαπλασιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πολλαπλασιάσει | έχετε πολλαπλασιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πολλαπλασιάσει | έχουν πολλαπλασιαστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα πολλαπλασιάσει | είχα πολλαπλασιαστεί |
| εσύ — you | είχες πολλαπλασιάσει | είχες πολλαπλασιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πολλαπλασιάσει | είχε πολλαπλασιαστεί |
| εμείς — we | είχαμε πολλαπλασιάσει | είχαμε πολλαπλασιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πολλαπλασιάσει | είχατε πολλαπλασιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πολλαπλασιάσει | είχαν πολλαπλασιαστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πολλαπλασιάζω | θα πολλαπλασιάζομαι |
| εσύ — you | θα πολλαπλασιάζεις | θα πολλαπλασιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πολλαπλασιάζει | θα πολλαπλασιάζεται |
| εμείς — we | θα πολλαπλασιάζουμε, θα πολλαπλασιάζομε | θα πολλαπλασιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πολλαπλασιάζετε | θα πολλαπλασιάζεστε, θα πολλαπλασιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πολλαπλασιάζουν(ε) | θα πολλαπλασιάζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα πολλαπλασιάσω | θα πολλαπλασιαστώ |
| εσύ — you | θα πολλαπλασιάσεις | θα πολλαπλασιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πολλαπλασιάσει | θα πολλαπλασιαστεί |
| εμείς — we | θα πολλαπλασιάσουμε, θα πολλαπλασιάσομε | θα πολλαπλασιαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πολλαπλασιάσετε | θα πολλαπλασιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πολλαπλασιάσουν(ε) | θα πολλαπλασιαστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πολλαπλασιάσει | θα έχω πολλαπλασιαστεί |
| εσύ — you | θα έχεις πολλαπλασιάσει | θα έχεις πολλαπλασιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πολλαπλασιάσει | θα έχει πολλαπλασιαστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε πολλαπλασιάσει | θα έχουμε πολλαπλασιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πολλαπλασιάσει | θα έχετε πολλαπλασιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πολλαπλασιάσει | θα έχουν πολλαπλασιαστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πολλαπλασιάζω | να πολλαπλασιάζομαι |
| εσύ — you | να πολλαπλασιάζεις | να πολλαπλασιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πολλαπλασιάζει | να πολλαπλασιάζεται |
| εμείς — we | να πολλαπλασιάζουμε, να πολλαπλασιάζομε | να πολλαπλασιαζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πολλαπλασιάζετε | να πολλαπλασιάζεστε, να πολλαπλασιαζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πολλαπλασιάζουν(ε) | να πολλαπλασιάζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να πολλαπλασιάσω | να πολλαπλασιαστώ |
| εσύ — you | να πολλαπλασιάσεις | να πολλαπλασιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πολλαπλασιάσει | να πολλαπλασιαστεί |
| εμείς — we | να πολλαπλασιάσουμε, να πολλαπλασιάσομε | να πολλαπλασιαστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πολλαπλασιάσετε | να πολλαπλασιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πολλαπλασιάσουν(ε) | να πολλαπλασιαστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω πολλαπλασιάσει | να έχω πολλαπλασιαστεί |
| εσύ — you | να έχεις πολλαπλασιάσει | να έχεις πολλαπλασιαστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πολλαπλασιάσει | να έχει πολλαπλασιαστεί |
| εμείς — we | να έχουμε πολλαπλασιάσει | να έχουμε πολλαπλασιαστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πολλαπλασιάσει | να έχετε πολλαπλασιαστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πολλαπλασιάσει | να έχουν πολλαπλασιαστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πολλαπλασίαζε / πολλαπλασιάζετε.
Simple: πολλαπλασίασε (εσύ); πολλαπλασιάστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Πολλαπλασίασε το τρία επί τέσσερα.
Multiply three by four.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πολλαπλασιάζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/pollaplasiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/pollaplasiazo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.