Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
See this verb in use
Πονάει το κεφάλι μου.
My head hurts.
The body part is the subject in this construction. Compare το κεφάλι μου πονάει, my head hurts, with τα πόδια μου πονάνε, my feet or legs hurt.
Compare the meanings: αισθάνομαι (aisthanomai) — to feel, sense
πονάω / πονώ means to hurt or be in pain, literally or emotionally.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πονάω, πονώ |
| εσύ — you | πονάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πονάει, πονά |
| εμείς — we | πονάμε, πονούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πονάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πονάν(ε), πονούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πονούσα, πόναγα |
| εσύ — you | πονούσες, πόναγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πονούσε, πόναγε |
| εμείς — we | πονούσαμε, πονάγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πονούσατε, πονάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πονούσαν(ε), πόναγαν, πονάγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | πόνεσα |
| εσύ — you | πόνεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πόνεσε |
| εμείς — we | πονέσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | πονέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πόνεσαν, πονέσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω πονέσει |
| εσύ — you | έχεις πονέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει πονέσει |
| εμείς — we | έχουμε πονέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε πονέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν πονέσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα πονέσει |
| εσύ — you | είχες πονέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε πονέσει |
| εμείς — we | είχαμε πονέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε πονέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν πονέσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα πονάω, θα πονώ |
| εσύ — you | θα πονάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πονάει, θα πονά |
| εμείς — we | θα πονάμε, θα πονούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πονάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πονάν(ε), θα πονούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα πονέσω |
| εσύ — you | θα πονέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα πονέσει |
| εμείς — we | θα πονέσουμε, θα πονέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα πονέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα πονέσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω πονέσει |
| εσύ — you | θα έχεις πονέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει πονέσει |
| εμείς — we | θα έχουμε πονέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε πονέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν πονέσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να πονάω, να πονώ |
| εσύ — you | να πονάς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πονάει, να πονά |
| εμείς — we | να πονάμε, να πονούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πονάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πονάν(ε), να πονούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να πονέσω |
| εσύ — you | να πονέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να πονέσει |
| εμείς — we | να πονέσουμε, να πονέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να πονέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να πονέσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω πονέσει |
| εσύ — you | να έχεις πονέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει πονέσει |
| εμείς — we | να έχουμε πονέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε πονέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν πονέσει |
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- The subject can be a person or the part that hurts: πονάω; με πονάει το κεφάλι.
- Perfective: πόνεσα, θα πονέσω, έχω πονέσει.
Με πονάει το κεφάλι.
My head hurts.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πονάω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/ponao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/ponao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.