Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
βαράω / βαρώ — to hit; to strike; to beat
A colloquial verb; χτυπώ / χτυπάω is often more neutral.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βαράω, βαρώ |
| εσύ — you | βαράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βαράει, βαρά |
| εμείς — we | βαράμε, βαρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βαράν(ε), βαρούν(ε) |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βαρούσα, βάραγα |
| εσύ — you | βαρούσες, βάραγες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βαρούσε, βάραγε |
| εμείς — we | βαρούσαμε, βαράγαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαρούσατε, βαράγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βαρούσαν(ε), βάραγαν, βαράγανε |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | βάρεσα |
| εσύ — you | βάρεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | βάρεσε |
| εμείς — we | βαρέσαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | βαρέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | βάρεσαν, βαρέσαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | έχω βαρέσει |
| εσύ — you | έχεις βαρέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει βαρέσει |
| εμείς — we | έχουμε βαρέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε βαρέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν βαρέσει |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | είχα βαρέσει |
| εσύ — you | είχες βαρέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε βαρέσει |
| εμείς — we | είχαμε βαρέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε βαρέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν βαρέσει |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βαράω, θα βαρώ |
| εσύ — you | θα βαράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαράει, θα βαρά |
| εμείς — we | θα βαράμε, θα βαρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαράν(ε), θα βαρούν(ε) |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα βαρέσω |
| εσύ — you | θα βαρέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα βαρέσει |
| εμείς — we | θα βαρέσουμε, θα βαρέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα βαρέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα βαρέσουν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | θα έχω βαρέσει |
| εσύ — you | θα έχεις βαρέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει βαρέσει |
| εμείς — we | θα έχουμε βαρέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε βαρέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν βαρέσει |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βαράω, να βαρώ |
| εσύ — you | να βαράς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαράει, να βαρά |
| εμείς — we | να βαράμε, να βαρούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαράτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαράν(ε), να βαρούν(ε) |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να βαρέσω |
| εσύ — you | να βαρέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να βαρέσει |
| εμείς — we | να βαρέσουμε, να βαρέσομε |
| εσείς — you (plural / polite) | να βαρέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να βαρέσουν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Form |
|---|---|
| εγώ — I | να έχω βαρέσει |
| εσύ — you | να έχεις βαρέσει |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει βαρέσει |
| εμείς — we | να έχουμε βαρέσει |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε βαρέσει |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν βαρέσει |
Imperative · Προστακτική
Continuous: βάρα / βαράτε. Βάρα can also be used as a short instruction in a specific situation.
Simple: βάρεσε (εσύ); βαρέστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Imperfect alternatives: βαρούσα / βάραγα. Past: βάρεσα; perfect: έχω βαρέσει.
- βαρώντας — hitting / striking; έχοντας βαρέσει — having struck.
- Βαρεμένος is an adjective or participle whose figurative uses can be slang or insulting; it is not a routine replacement for έχω βαρέσει.
- Negative: μη βαράς / μη βαρέσεις.
Βάρα το τύμπανο στον ρυθμό.
Beat the drum in time.
Η καμπάνα βάρεσε τρεις φορές.
The bell rang three times.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαράω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/barao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/barao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.