Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

βαράω / βαρώ — to hit, strike, beat

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

βαράω / βαρώ — to hit; to strike; to beat

A colloquial verb; χτυπώ / χτυπάω is often more neutral.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βαράω, βαρώ
εσύ — you βαράς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βαράει, βαρά
εμείς — we βαράμε, βαρούμε
εσείς — you (plural / polite) βαράτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βαράν(ε), βαρούν(ε)

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βαρούσα, βάραγα
εσύ — you βαρούσες, βάραγες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βαρούσε, βάραγε
εμείς — we βαρούσαμε, βαράγαμε
εσείς — you (plural / polite) βαρούσατε, βαράγατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βαρούσαν(ε), βάραγαν, βαράγανε

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I βάρεσα
εσύ — you βάρεσες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it βάρεσε
εμείς — we βαρέσαμε
εσείς — you (plural / polite) βαρέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they βάρεσαν, βαρέσαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I έχω βαρέσει
εσύ — you έχεις βαρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει βαρέσει
εμείς — we έχουμε βαρέσει
εσείς — you (plural / polite) έχετε βαρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν βαρέσει

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I είχα βαρέσει
εσύ — you είχες βαρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε βαρέσει
εμείς — we είχαμε βαρέσει
εσείς — you (plural / polite) είχατε βαρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν βαρέσει

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα βαράω, θα βαρώ
εσύ — you θα βαράς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαράει, θα βαρά
εμείς — we θα βαράμε, θα βαρούμε
εσείς — you (plural / polite) θα βαράτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαράν(ε), θα βαρούν(ε)

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα βαρέσω
εσύ — you θα βαρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα βαρέσει
εμείς — we θα βαρέσουμε, θα βαρέσομε
εσείς — you (plural / polite) θα βαρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα βαρέσουν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I θα έχω βαρέσει
εσύ — you θα έχεις βαρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει βαρέσει
εμείς — we θα έχουμε βαρέσει
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε βαρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν βαρέσει

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να βαράω, να βαρώ
εσύ — you να βαράς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαράει, να βαρά
εμείς — we να βαράμε, να βαρούμε
εσείς — you (plural / polite) να βαράτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαράν(ε), να βαρούν(ε)

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να βαρέσω
εσύ — you να βαρέσεις
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να βαρέσει
εμείς — we να βαρέσουμε, να βαρέσομε
εσείς — you (plural / polite) να βαρέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να βαρέσουν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Form
εγώ — I να έχω βαρέσει
εσύ — you να έχεις βαρέσει
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει βαρέσει
εμείς — we να έχουμε βαρέσει
εσείς — you (plural / polite) να έχετε βαρέσει
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν βαρέσει

Imperative · Προστακτική

Continuous: βάρα / βαράτε. Βάρα can also be used as a short instruction in a specific situation.

Simple: βάρεσε (εσύ); βαρέστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Imperfect alternatives: βαρούσα / βάραγα. Past: βάρεσα; perfect: έχω βαρέσει.
  • βαρώντας — hitting / striking; έχοντας βαρέσει — having struck.
  • Βαρεμένος is an adjective or participle whose figurative uses can be slang or insulting; it is not a routine replacement for έχω βαρέσει.
  • Negative: μη βαράς / μη βαρέσεις.

Βάρα το τύμπανο στον ρυθμό.

Beat the drum in time.

Η καμπάνα βάρεσε τρεις φορές.

The bell rang three times.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — βαράω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/barao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /barao/