Free lesson: when to use the imperfect and aorist →
Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market
ποτίζω means to water plants, give an animal water, or soak something. The passive means to be watered or soaked.
Present · Ενεστώτας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | ποτίζω | ποτίζομαι |
| εσύ — you | ποτίζεις | ποτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | ποτίζει | ποτίζεται |
| εμείς — we | ποτίζουμε, ποτίζομε | ποτιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | ποτίζετε | ποτίζεστε, ποτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | ποτίζουν(ε) | ποτίζονται |
Imperfect · Παρατατικός
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πότιζα | ποτιζόμουν(α) |
| εσύ — you | πότιζες | ποτιζόσουν(α) |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πότιζε | ποτιζόταν(ε) |
| εμείς — we | ποτίζαμε | ποτιζόμασταν |
| εσείς — you (plural / polite) | ποτίζατε | ποτιζόσαστε, ποτιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πότιζαν, ποτίζαν(ε) | ποτίζονταν, ποτιζόντανε, ποτιζόντουσαν |
Simple past (aorist) · Αόριστος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | πότισα | ποτίστηκα |
| εσύ — you | πότισες | ποτίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | πότισε | ποτίστηκε |
| εμείς — we | ποτίσαμε | ποτιστήκαμε |
| εσείς — you (plural / polite) | ποτίσατε | ποτιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | πότισαν, ποτίσαν(ε) | ποτίστηκαν, ποτιστήκαν(ε) |
Present perfect · Παρακείμενος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | έχω ποτίσει | έχω ποτιστεί |
| εσύ — you | έχεις ποτίσει | έχεις ποτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | έχει ποτίσει | έχει ποτιστεί |
| εμείς — we | έχουμε ποτίσει | έχουμε ποτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | έχετε ποτίσει | έχετε ποτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | έχουν ποτίσει | έχουν ποτιστεί |
Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | είχα ποτίσει | είχα ποτιστεί |
| εσύ — you | είχες ποτίσει | είχες ποτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | είχε ποτίσει | είχε ποτιστεί |
| εμείς — we | είχαμε ποτίσει | είχαμε ποτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | είχατε ποτίσει | είχατε ποτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | είχαν ποτίσει | είχαν ποτιστεί |
Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ποτίζω | θα ποτίζομαι |
| εσύ — you | θα ποτίζεις | θα ποτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ποτίζει | θα ποτίζεται |
| εμείς — we | θα ποτίζουμε, θα ποτίζομε | θα ποτιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ποτίζετε | θα ποτίζεστε, θα ποτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ποτίζουν(ε) | θα ποτίζονται |
Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα ποτίσω | θα ποτιστώ |
| εσύ — you | θα ποτίσεις | θα ποτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα ποτίσει | θα ποτιστεί |
| εμείς — we | θα ποτίσουμε, θα ποτίσομε | θα ποτιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | θα ποτίσετε | θα ποτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα ποτίσουν(ε) | θα ποτιστούν(ε) |
Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | θα έχω ποτίσει | θα έχω ποτιστεί |
| εσύ — you | θα έχεις ποτίσει | θα έχεις ποτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | θα έχει ποτίσει | θα έχει ποτιστεί |
| εμείς — we | θα έχουμε ποτίσει | θα έχουμε ποτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | θα έχετε ποτίσει | θα έχετε ποτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | θα έχουν ποτίσει | θα έχουν ποτιστεί |
Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ποτίζω | να ποτίζομαι |
| εσύ — you | να ποτίζεις | να ποτίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ποτίζει | να ποτίζεται |
| εμείς — we | να ποτίζουμε, να ποτίζομε | να ποτιζόμαστε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ποτίζετε | να ποτίζεστε, να ποτιζόσαστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ποτίζουν(ε) | να ποτίζονται |
Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να ποτίσω | να ποτιστώ |
| εσύ — you | να ποτίσεις | να ποτιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να ποτίσει | να ποτιστεί |
| εμείς — we | να ποτίσουμε, να ποτίσομε | να ποτιστούμε |
| εσείς — you (plural / polite) | να ποτίσετε | να ποτιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να ποτίσουν(ε) | να ποτιστούν(ε) |
Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική
| Πρόσωπο — Person | Ενεργητική — Active | Παθητική — Passive |
|---|---|---|
| εγώ — I | να έχω ποτίσει | να έχω ποτιστεί |
| εσύ — you | να έχεις ποτίσει | να έχεις ποτιστεί |
| αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it | να έχει ποτίσει | να έχει ποτιστεί |
| εμείς — we | να έχουμε ποτίσει | να έχουμε ποτιστεί |
| εσείς — you (plural / polite) | να έχετε ποτίσει | να έχετε ποτιστεί |
| αυτοί / αυτές / αυτά — they | να έχουν ποτίσει | να έχουν ποτιστεί |
Imperative · Προστακτική
Continuous: πότιζε / ποτίζετε.
Simple: πότισε (εσύ); ποτίστε (εσείς).
Participles and usage · Μετοχές και χρήση
- Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.
Πότισα τα λουλούδια.
I watered the flowers.
Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — ποτίζω.
Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/potizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.
https://moderngreekverbs.com/potizo/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.