Explore Greek learning

Three companion sites to help you learn and use Greek.

ρήματαModern Greek Verbs

πουλάω — to sell

Free lesson: when to use the imperfect and aorist →

Everyday Greek · Core 100

πουλάω: core forms & usage

to sell

Πουλάω and πουλώ are present alternatives. The aorist πούλησα uses η, as does θα πουλήσω.

Το μικρό κατάστημα πουλάει παλιά βιβλία.

The small shop sells old books.

Coverage: active forms. Selected alternatives are listed.

See the six persons in each core tense

Present

PersonForms
Iπουλάω, πουλώ
you (singular)πουλάς
he / she / itπουλάει, πουλά
weπουλάμε, πουλούμε
you (plural or polite)πουλάτε
theyπουλάν, πουλάνε, πουλούν, πουλούνε

Imperfect

PersonForms
Iπουλούσα, πούλαγα
you (singular)πουλούσες, πούλαγες
he / she / itπουλούσε, πούλαγε
weπουλούσαμε, πουλάγαμε
you (plural or polite)πουλούσατε, πουλάγατε
theyπουλούσαν, πουλούσανε, πούλαγαν, πουλάγανε

Simple past (aorist)

PersonForms
Iπούλησα
you (singular)πούλησες
he / she / itπούλησε
weπουλήσαμε
you (plural or polite)πουλήσατε
theyπούλησαν, πουλήσαν, πουλήσανε

Simple future

PersonForms
Iθα πουλήσω
you (singular)θα πουλήσεις
he / she / itθα πουλήσει
weθα πουλήσουμε, θα πουλήσομε
you (plural or polite)θα πουλήσετε
theyθα πουλήσουν, θα πουλήσουνε

About this collection

Identify a form of this verb → · Explore all 100 verbs

Modern Greek VerbsModernGreekVerbs.com · Supported by Greek Market

See this verb in use

Το κατάστημα πουλάει βιβλία.

The shop sells books.

Πουλάω / πουλώ means sell. Αγοράζω means buy. The two verbs describe the same transaction from the seller and buyer sides.

Compare the meanings: αγοράζω (agorazo) — to buy

πουλάω / πουλώ means to sell. πουλιέμαι means to be sold.

Present · Ενεστώτας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πουλάω, πουλώ πουλιέμαι
εσύ — you πουλάς πουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πουλάει, πουλά πουλιέται
εμείς — we πουλάμε, πουλούμε πουλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) πουλάτε πουλιέστε, πουλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πουλάν(ε), πουλούν(ε) πουλιούνται, πουλιόνται

Imperfect · Παρατατικός

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πουλούσα, πούλαγα πουλιόμουν(α)
εσύ — you πουλούσες, πούλαγες πουλιόσουν(α)
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πουλούσε, πούλαγε πουλιόταν(ε)
εμείς — we πουλούσαμε, πουλάγαμε πουλιόμασταν
εσείς — you (plural / polite) πουλούσατε, πουλάγατε πουλιόσαστε, πουλιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά — they πουλούσαν(ε), πούλαγαν, πουλάγανε πουλιόνταν(ε), πουλιούνταν, πουλιόντουσαν

Simple past (aorist) · Αόριστος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I πούλησα πουλήθηκα
εσύ — you πούλησες πουλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it πούλησε πουλήθηκε
εμείς — we πουλήσαμε πουληθήκαμε
εσείς — you (plural / polite) πουλήσατε πουληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά — they πούλησαν, πουλήσαν(ε) πουλήθηκαν, πουληθήκαν(ε)

Present perfect · Παρακείμενος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I έχω πουλήσει έχω πουληθεί
εσύ — you έχεις πουλήσει έχεις πουληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it έχει πουλήσει έχει πουληθεί
εμείς — we έχουμε πουλήσει έχουμε πουληθεί
εσείς — you (plural / polite) έχετε πουλήσει έχετε πουληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they έχουν πουλήσει έχουν πουληθεί

Past perfect (pluperfect) · Υπερσυντέλικος

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I είχα πουλήσει είχα πουληθεί
εσύ — you είχες πουλήσει είχες πουληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it είχε πουλήσει είχε πουληθεί
εμείς — we είχαμε πουλήσει είχαμε πουληθεί
εσείς — you (plural / polite) είχατε πουλήσει είχατε πουληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they είχαν πουλήσει είχαν πουληθεί

Continuous future · Εξακολουθητικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πουλάω, θα πουλώ θα πουλιέμαι
εσύ — you θα πουλάς θα πουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πουλάει, θα πουλά θα πουλιέται
εμείς — we θα πουλάμε, θα πουλούμε θα πουλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) θα πουλάτε θα πουλιέστε, θα πουλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πουλάν(ε), θα πουλούν(ε) θα πουλιούνται, θα πουλιόνται

Simple future · Συνοπτικός μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα πουλήσω θα πουληθώ
εσύ — you θα πουλήσεις θα πουληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα πουλήσει θα πουληθεί
εμείς — we θα πουλήσουμε, θα πουλήσομε θα πουληθούμε
εσείς — you (plural / polite) θα πουλήσετε θα πουληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα πουλήσουν(ε) θα πουληθούν(ε)

Future perfect · Συντελεσμένος μέλλοντας

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I θα έχω πουλήσει θα έχω πουληθεί
εσύ — you θα έχεις πουλήσει θα έχεις πουληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it θα έχει πουλήσει θα έχει πουληθεί
εμείς — we θα έχουμε πουλήσει θα έχουμε πουληθεί
εσείς — you (plural / polite) θα έχετε πουλήσει θα έχετε πουληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they θα έχουν πουλήσει θα έχουν πουληθεί

Continuous subjunctive · Εξακολουθητική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πουλάω, να πουλώ να πουλιέμαι
εσύ — you να πουλάς να πουλιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πουλάει, να πουλά να πουλιέται
εμείς — we να πουλάμε, να πουλούμε να πουλιόμαστε
εσείς — you (plural / polite) να πουλάτε να πουλιέστε, να πουλιόσαστε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πουλάν(ε), να πουλούν(ε) να πουλιούνται, να πουλιόνται

Simple subjunctive · Συνοπτική υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να πουλήσω να πουληθώ
εσύ — you να πουλήσεις να πουληθείς
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να πουλήσει να πουληθεί
εμείς — we να πουλήσουμε, να πουλήσομε να πουληθούμε
εσείς — you (plural / polite) να πουλήσετε να πουληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά — they να πουλήσουν(ε) να πουληθούν(ε)

Perfect subjunctive · Συντελεσμένη υποτακτική

Πρόσωπο — Person Ενεργητική — Active Παθητική — Passive
εγώ — I να έχω πουλήσει να έχω πουληθεί
εσύ — you να έχεις πουλήσει να έχεις πουληθεί
αυτός / αυτή / αυτό — he / she / it να έχει πουλήσει να έχει πουληθεί
εμείς — we να έχουμε πουλήσει να έχουμε πουληθεί
εσείς — you (plural / polite) να έχετε πουλήσει να έχετε πουληθεί
αυτοί / αυτές / αυτά — they να έχουν πουλήσει να έχουν πουληθεί

Imperative · Προστακτική

Continuous: πούλα / πουλάτε.

Simple: πούλησε (εσύ); πουλήστε (εσείς).

Participles and usage · Μετοχές και χρήση

  • Forms with έχω describe completed events; είμαι + an agreeing participle describes a state. They are not interchangeable in every context. Dependent forms used with έχω are not standalone infinitives.

Πούλησα το αυτοκίνητο.

I sold the car.

Reference: Dictionary of Standard Modern Greek — πουλάω.

Source: Modern Greek Verbs
https://moderngreekverbs.com/poulao/
Discover more of Greece at GreekMarket.co.uk · Please retain this source when sharing.

Make this verb part of your Greek

Read a form aloud, write your own sentence, then compare another verb with the same pattern.

Something unclear? Send a correction with the verb, tense and form you are checking.

ModernGreekVerbs.com · /poulao/